καβάλα,astride,καβάλα,0
πυκνός,"densely, thickly",πυκνός,0
εξπρές,express,εξπρές,0
αντί,instead,αντί,0
ποτέ,never,ποτέ,0
συνήθης,usually,συνήθης,0
μονομιάς,all at once,μονομιάς,0
πάραυτα,forthwith,πάραυτα,0
βασικός,basically,βασικός,0
τώρα,now,τώρα,0
ευθύς,"straight, directly",ευθύς,0
δήθεν,ostensibly,δήθεν,0
επάνω,on,επάνω,0
απλούστατος,quite simply,απλούστατος,0
τελευταίος,lately,τελευταίος,0
φυσικός,naturally,φυσικός,0
πρώτος,firstly,πρώτος,0
τζάμπα,for nothing [free],τζάμπα,0
κατάκαρδα,to heart,κατάκαρδα,0
ίσως,perhaps,ίσως,0
ελαφρός,"lightly, slightly",ελαφρός,0
απλοϊκός,simply,απλοϊκός,0
παρομοίως,likewise,παρομοίως,0
τριγύρω,around,τριγύρω,0
αμέσως,immediately,αμέσως,0
μεσούρανα,in mid air,μεσούρανα,0
σιγά,quietly,σιγά,0
μάλιστα,"yes, certainly",μάλιστα,0
κατάματα,right in the eyes,κατάματα,0
χαρακτηριστικός,"characteristically, typically",χαρακτηριστικός,0
άλλωστε,besides,άλλωστε,0
ψυχρός,coldly,ψυχρός,0
ενταύθα,here,ενταύθα,0
ακριβώς,"exactly, precisely",ακριβώς,0
πριν,"before, ago",πριν,0
κατωτέρω,below,κατωτέρω,0
έπειτα,"then, afterwards",έπειτα,0
αυτολεξεί,"verbatim, word for word",αυτολεξεί,0
λιγότερος,less,λιγότερος,0
γραμμή,straight,γραμμή,0
μεθαύριο,the day after tomorrow,μεθαύριο,0
διαφορετικός,differently,διαφορετικός,0
παρόλο,for all,παρόλο,0
πόθεν,from where,πόθεν,0
αφετέρου,on the other hand,αφετέρου,0
σταυρωτός,across,σταυρωτός,0
καλά,nicely,καλά,0
απαλός,"gently, softly",απαλός,0
στραβός,askew,στραβός,0
μπροστά,"before, ahead",μπροστά,0
γερός,"strongly, fast",γερός,0
τριττλάσιος,threefold,τριττλάσιος,0
όπου,where,όπου,0
κοντά,"near, close",κοντά,0
επίσης,"too, also",επίσης,0
αληθινός,truthfully,αληθινός,0
επίτηδες,on purpose,επίτηδες,0
πόσος,how (much),πόσος,0
χειρότερος,worse,χειρότερος,0
απεναντίας,on the contrary,απεναντίας,0
τελειωτικός,finally,τελειωτικός,0
τελικός,"finally, eventually",τελικός,0
πλέον,more,πλέον,0
αλλού,elsewhere,αλλού,0
ευχαρίστως,with pleasure,ευχαρίστως,0
ειδάλλως,otherwise,ειδάλλως,0
δημοσία,in public,δημοσία,0
παραλίγο,nearly,παραλίγο,0
μαζί,together,μαζί,0
άρον,he left in a hurry,άρον,0
συχνός,"often, frequently",συχνός,0
ανέκαθεν,all along,ανέκαθεν,0
χατιρικά,as a favour,χατιρικά,0
καθεξής,and so on and so forth,καθεξής,0
περισσότερος,"more, most",περισσότερος,0
εκεί,there,εκεί,0
ολογράφως,(written) in full,ολογράφως,0
εξαιτίας,"because of, owing to",εξαιτίας,0
βέβαιος,"of course, certainly",βέβαιος,0
τυχόν,by chance,τυχόν,0
πότε,when,πότε,0
φοβερός,"terribly, terrifyingly",φοβερός,0
ανάμεσα,among(st),ανάμεσα,0
επιτέλους,at last,επιτέλους,0
ολοένα,continuously,ολοένα,0
τρομερός,"terribly, frightfully",τρομερός,0
προχτές,the day before yesterday,προχτές,0
μόνιμος,permanently,μόνιμος,0
μακάρι,"if only, I wish",μακάρι,0
μόλις,"barely, scarcely",μόλις,0
ίσος,equals,ίσος,0
αντίθετος,on the contrary,αντίθετος,0
περαιτέρω,further,περαιτέρω,0
βερεσές,"on credit, on tick",βερεσές,0
δώθε,this way,δώθε,0
εύκολος,easily,εύκολος,0
κατευθείαν,"direct, straight",κατευθείαν,0
ερμητικός,tightly,ερμητικός,0
χειροπόδαρα,hand and foot,χειροπόδαρα,0
τότε,then,τότε,0
αγκαζέ,arm in arm,αγκαζέ,0
παραπάνω,above,παραπάνω,0
κάλλιστος,very well,κάλλιστος,0
οπτικός,visually,οπτικός,0
υπόψη,bear in mind,υπόψη,0
σχεδόν,nearly,σχεδόν,0
χαμηλός,low,χαμηλός,0
τελείως,perfectly,τελείως,0
διαρκής,continuously,διαρκής,0
απέναντι,opposite,απέναντι,0
επιπλέον,furthermore,επιπλέον,0
μεταξύ,between,μεταξύ,0
αντιστρόφως,vice versa,αντιστρόφως,0
χονδρικός,in bulk,χονδρικός,0
αφενός,on the one hand,αφενός,0
κάτω,"down, below",κάτω,0
ολόγυρα,all round,ολόγυρα,0
ουδόλως,in no way,ουδόλως,0
ουδέποτε,never,ουδέποτε,0
μετά,"then, afterwards",μετά,0
τόσο,so,τόσο,0
πλατύς,wide,πλατύς,0
κάπως,somewhat,κάπως,0
πιθανός,probably,πιθανός,0
εξαρχής,from the beginning,εξαρχής,0
τυχαίος,"accidentally, by chance",τυχαίος,0
πλησίον,near,πλησίον,0
χρήσιμος,usefully,χρήσιμος,0
ανακατωτός,in a tangle,ανακατωτός,0
πισώπλατα,behind one's back,πισώπλατα,0
τυπικός,formally,τυπικός,0
καθωσπρέπει,decent,καθωσπρέπει,0
καλύτερος,"better, best",καλύτερος,0
παραδόξως,paradoxically,παραδόξως,0
κυρίως,"mainly, chiefly",κυρίως,0
ενδεχομένως,in all probability,ενδεχομένως,0
πάτσι,quits,πάτσι,0
μάλλον,rather,μάλλον,0
χαράμι,in vain,χαράμι,0
απέξω,outside,απέξω,0
παρακάτω,below,παρακάτω,0
ιδιαίτερος,"notably, particularly",ιδιαίτερος,0
σύμφωνα,according,σύμφωνα,0
ανεξαιρέτως,without exception,ανεξαιρέτως,0
εναντίον,against,εναντίον,0
φαρσί,fluently,φαρσί,0
σιωπηρός,tacit,σιωπηρός,0
εξάλλου,besides,εξάλλου,0
εκτός,except,εκτός,0
διαμέσου,through,διαμέσου,0
αποπάνω,above,αποπάνω,0
απελπιστικός,desperately,απελπιστικός,0
εξίσου,equally,εξίσου,0
απόλυτος,"absolutely, implicitly",απόλυτος,0
εντάξει,"all right, OK",εντάξει,0
μάταιος,in vain,μάταιος,0
δυνατός,"strongly, loudly",δυνατός,0
ξανά,again,ξανά,0
καθέτως,vertically,καθέτως,0
άθελος,unwittingly,άθελος,0
δηλαδή,namely,δηλαδή,0
έκτοτε,since then,έκτοτε,0
αλλιώς,otherwise,αλλιώς,0
σύντομος,briefly,σύντομος,0
καθημερινός,daily,καθημερινός,0
μόνο,only,μόνο,0
ανάκατα,higgledypiggledy,ανάκατα,0
κακός,badly,κακός,0
ομόφωνος,unanimously,ομόφωνος,0
τουλάχιστον,at least,τουλάχιστον,0
καθότι,because,καθότι,0
δυτικός,westward(s),δυτικός,0
εκνευριστικός,irritating,εκνευριστικός,0
καθόσον,in so far as,καθόσον,0
χτες,yesterday,χτες,0
μονάχα,only,μονάχα,0
φανερός,"obviously, evidently",φανερός,0
κρυφός,secretly,κρυφός,0
νωρίς,early,νωρίς,0
ανακριβής,inaccurately,ανακριβής,0
αλματώδης,by leaps and bounds,αλματώδης,0
σχετικός,relatively,σχετικός,0
κάλλιο,better,κάλλιο,0
ομολογουμένως,admittedly,ομολογουμένως,0
άσχετος,regardless of,άσχετος,0
ξαφνικός,suddenly,ξαφνικός,0
πράγματι,really,πράγματι,0
απαραίτητος,essentially,απαραίτητος,0
ακολούθως,subsequently,ακολούθως,0
αυθημερόν,on the same day,αυθημερόν,0
αντιστοίχως,respectively,αντιστοίχως,0
αργότερα,later on,αργότερα,0
οπωσδήποτε,without fail,οπωσδήποτε,0
σήμερα,today,σήμερα,0
ερήμην,in absentia,ερήμην,0
απαρατήρητος,unnoticed,απαρατήρητος,0
σωστός,"rightly, correctly",σωστός,0
παντού,"everywhere, all over",παντού,0
εμπρός,forward,εμπρός,0
αργά,slowly,αργά,0
κατεξοχήν,principally,κατεξοχήν,0
ινκόγκνιτο,incognito,ινκόγκνιτο,0
αόριστος,"indefinitely, vaguely",αόριστος,0
υπεράνω,above,υπεράνω,0
σοβαρός,seriously,σοβαρός,0
βίαιος,violently,βίαιος,0
μερικός,"partially, in part",μερικός,0
όπως,"like, as",όπως,0
μέσω,"through, via",μέσω,0
διόλου,not at all,διόλου,0
οικειοθελώς,of one's own free will,οικειοθελώς,0
ιδιαιτέρως,"privately, in private",ιδιαιτέρως,0
πιθανόν,"possibly, likely",πιθανόν,0
πάντα,always,πάντα_2,0
όποτε,at any time,όποτε,0
βαθμηδόν,by stages,βαθμηδόν,0
πίσω,behind,πίσω,0
εντούτοις,nevertheless,εντούτοις,0
συγκεκριμένος,"specifically, particularly",συγκεκριμένος,0
αλογάριαστος,rashly,αλογάριαστος,0
κατάμουτρα,to the face,κατάμουτρα,0
ανάποδα,upside-down,ανάποδα,0
φέτος,this year,φέτος,0
ύστερα,"afterwards, then",ύστερα,0
εσωκλείστως,herewith,εσωκλείστως,0
γρήγορος,quickly,γρήγορος,0
εντελώς,"quite, completely, altogether",εντελώς,0
προπάντων,above all,προπάντων,0
γύρω,round,γύρω,0
σίγουρος,surely,σίγουρος,0
απλός,"straightforwardly, simply",απλός,0
χάρισμα,free (of charge),χάρισμα,0
όπισθεν,behind,όπισθεν,0
εκάστοτε,each time,εκάστοτε,0
βεβαίως,certainly,βεβαίως,0
αλήθεια,"incidentally, by the way",αλήθεια,0
εξής,as follows,εξής,0
δίπλα,beside,δίπλα_2,0
κάπου,somewhere,κάπου,0
έτσι,thus,έτσι,0
δεξιός,right,δεξιός,0
πέρσι,last year,πέρσι,0
προηγουμένως,previously,προηγουμένως,0
εφεξής,henceforth,εφεξής,0
βραχυπρόθεσμος,in the short term,βραχυπρόθεσμος,0
χωρίς,"without, but for",χωρίς,0
δωρεάν,"free, gratis",δωρεάν,0
οπουδήποτε,anywhere,οπουδήποτε,0
ειδικός,specially,ειδικός,0
οπότε,whereupon,οπότε,0
αυτοπροσώπως,in person,αυτοπροσώπως,0
αληθής,He has truly risen Easter greeting,αληθής,0
πάντοτε,always,πάντοτε,0
απόψε,tonight,απόψε,0
χαλάλι,"(χαλάλι της τα λεφτά), I don't begrudge her the money",χαλάλι,0
ευτυχής,"fortunately, luckily",ευτυχής,0
σάμπως,as if,σάμπως,0
έναντι,opposite,έναντι,0
αρκετός,"amply, sufficiently",αρκετός,0
παραπλεύρως,alongside,παραπλεύρως,0
άδικος,"unfairly, wrongly",άδικος,0
συνεχής,"continuously, constantly",συνεχής,0
αριστερός,left,αριστερός,0
μέσα,"in, inside",μέσα,0
πουθενά,nowhere,πουθενά,0
καλώς,well,καλώς,0
χάμω,on the ground/floor,χάμω,0
δεόντως,duly,δεόντως,0
γενικός,"in general, on the whole",γενικός,0
ψηλός,high,ψηλός,0
λίγο,a little,λίγο,0
τοπικός,locally,τοπικός,0
σαφής,"plainly, clearly",σαφής,0
αποκάτω,underneath,αποκάτω,0
πάνω,above,πάνω,0
δυστυχώς,"unfortunately, regrettably",δυστυχώς,0
ανάσκελα,on one's back,ανάσκελα,0
μακριά,far,μακριά,0
χωριστός,separately,χωριστός,0
καθαρός,"cleanly, clearly, distinctly",καθαρός,0
εναλλάξ,alternately,εναλλάξ,0
αναλόγως,accordingly,αναλόγως,0
σχολαστικός,scrupulously,σχολαστικός,0
μακροπροθέσμως,in the long run,μακροπροθέσμως,0
φτηνός,cheap(ly),φτηνός,0
καταγής,on the ground,καταγής,0
ευρύς,broadly,ευρύς,0
άλλοτε,formerly,άλλοτε,0
ολόισιος,straight,ολόισιος,0
γενναιόδωρος,generously,γενναιόδωρος,0
καταμεσής,in the middle,καταμεσής,0
πραγματικός,"really, actually",πραγματικός,0
ενώπιον,before,ενώπιον,0
εφάπαξ,once and for all,εφάπαξ,0
άσχημος,badly,άσχημος,0
πάντως,anyway,πάντως,0
ξεπίτηδες,on purpose,ξεπίτηδες,0
πρώην,"former, ex",πρώην,0
πρόπερσι,the year before last,πρόπερσι,0
εναγωνίως,"anxiously, impatiently",εναγωνίως,0
βαθύς,"deeply, profoundly",βαθύς,0
μείον,less,μείον,0
ετησίως,"yearly, annually",ετησίως,0
τάχα,as if,τάχα,0
οποτεδήποτε,whenever,οποτεδήποτε,0
εκτενώς,at length,εκτενώς,0
διαμιάς,all at once,διαμιάς,0
πρακτικός,practically,πρακτικός,0
πλήρης,"completely, fully, in full",πλήρης,0
πολύ,very; ,πολύ,0
εντός,"inside, within",εντός,0
προτού,before,προτού,0
σκέτος,straight,σκέτος,0
περίπου,"about, around",περίπου,0
αύριο,tomorrow,αύριο,0
ανωτέρω,above,ανωτέρω,0
ψιθυριστός,under one's breath,ψιθυριστός,0
χαμένος,bemusedly,χαμένος,0
αποβραδίς,overnight,αποβραδίς,0
καθόλου,on the whole,καθόλου,0
ανάλογος,accordingly,ανάλογος,0
κάποτε,once,κάποτε,0
μολαταύτα,nevertheless,μολαταύτα,0
κοφτός,bluntly,κοφτός,0
πάλι,again,πάλι,0
μεμιάς,all at once,μεμιάς,0
τακτικός,regularly,τακτικός,0
ολημέρα,all day long,ολημέρα,0
μαλακός,softly,μαλακός,0
αθέμιτος,illicitly,αθέμιτος,0
κατόπι,after,κατόπι,0
απευθείας,directly,απευθείας,0
φαινομενικός,seemingly,φαινομενικός,0
φύρδην,higgledy-piggledy,φύρδην,0
κακά,badly,κακά,0
πλάι,"by, next to",πλάι,0
ολότελα,entirely,ολότελα,0
καθώς,as,καθώς,0
ωραίος,"nicely, beautifully, fine",ωραίος,0
αβίαστος,leisurely,αβίαστος,0
επομένως,"therefore, consequently",επομένως,0
ασφαλής,surely,ασφαλής,0
αμετάκλητος,irreversible,αμετάκλητος,0
ανεκτίμητος,invaluable,ανεκτίμητος,0
αποκρουστικός,"repulsive, repugnant",αποκρουστικός,0
αδούλευτος,unprocessed,αδούλευτος,0
επίχρυσος,gold-plated,επίχρυσος,0
ευπρεπής,proper,ευπρεπής,0
ισόβιος,for life,ισόβιος,0
εκλογικός,electoral,εκλογικός,0
ατλαντικός,Atlantic,ατλαντικός,0
καλοθρεμμένος,well-fed,καλοθρεμμένος,0
διαβατός,passable of road,διαβατός,0
δυσβάστακτος,hard to bear,δυσβάστακτος,0
μαροκινός,Moroccan,μαροκινός,0
ψευτοάρρωστος,malingerer,ψευτοάρρωστος,0
νομαδικός,nomadic,νομαδικός,0
πολέμιος,hostile,πολέμιος,0
μπαρόκ,baroque,μπαρόκ,0
αλλήθωρος,cross-eyed,αλλήθωρος,0
δικαιούχος,beneficiary,δικαιούχος,0
αισθητός,noticeable,αισθητός,0
προαιρετικός,optional,προαιρετικός,0
καταγάλανος,clear blue [sky],καταγάλανος,0
υποβλητικός,evocative,υποβλητικός,0
διαφανής,transparent,διαφανής,0
εύσωμος,burly,εύσωμος,0
ανατολικός,east,ανατολικός,0
αίθριος,fair,αίθριος,0
νυσταγμένος,sleepy,νυσταγμένος,0
ναυτικός,naval,ναυτικός,0
άφωνος,speechless,άφωνος,0
ομαλός,normal,ομαλός,0
έξτρα,extra,έξτρα,0
θαλπερός,warm,θαλπερός,0
ζεστός,warm,ζεστός,0
πληθωρισμός,inflationary,πληθωρισμός,0
τηλεφωτογραφικός,telephoto,τηλεφωτογραφικός,0
δικέφαλος,with two heads,δικέφαλος,0
ένας,one,ένας,0
ευπαρουσίαστος,presentable,ευπαρουσίαστος,0
αναντικατάστατος,irreplaceable,αναντικατάστατος,0
ανοιχτός,open,ανοιχτός,0
αμέτοχος,not taking part,αμέτοχος,0
έγγαμος,married,έγγαμος,0
φορολογήσιμος,taxable,φορολογήσιμος,0
πολυμαθής,erudite,πολυμαθής,0
ψητός,roasted,ψητός,0
σκληρός,unkind,σκληρός,0
μόνος,alone,μόνος,0
εύστοχος,well-aimed,εύστοχος,0
αποψινός,of this evening,αποψινός,0
μεγαλοφυής,of genius,μεγαλοφυής,0
ασυμπλήρωτος,incomplete,ασυμπλήρωτος,0
μέτριος,medium,μέτριος,0
αφρικανικός,African,αφρικανικός,0
ανυπόστατος,unfounded,ανυπόστατος,0
πνευστός,wind,πνευστός,0
πολυμήχανος,resourceful,πολυμήχανος,0
πλατωνικός,platonic,πλατωνικός,0
ολοφάνερος,manifest,ολοφάνερος,0
φερέγγυος,solvent [enterprise],φερέγγυος,0
βυζαντινός,Byzantine,βυζαντινός,0
αχαρακτήριστος,outrageous,αχαρακτήριστος,0
λαθραίος,clandestine; ,λαθραίος,0
θηλυπρεπής,effeminate,θηλυπρεπής,0
δύσκολος,difficult,δύσκολος,0
λόγιος,scholarly,λόγιος,0
ξεχασιάρης,forgetful,ξεχασιάρης,0
αμμώδης,sandy,αμμώδης,0
πενιχρός,meagre,πενιχρός,0
οικονομικός,fiscal,οικονομικός,0
υπερμεγέθης,king size,υπερμεγέθης,0
έμπειρος,experienced,έμπειρος,0
καθαρόαιμος,full-blooded,καθαρόαιμος,0
σκωληκοειδής,wormlike,σκωληκοειδής,0
καρτερία,patient,καρτερία,0
ραδιενεργός,radioactive,ραδιενεργός,0
εντεταλμένος,authorized,εντεταλμένος,0
επισφαλής,precarious,επισφαλής,0
καλοντυμένος,well-dressed,καλοντυμένος,0
ατόφιος,spitting image (of),ατόφιος,0
αξιομνημόνευτος,memorable,αξιομνημόνευτος,0
κληρονομικός,hereditary,κληρονομικός,0
απίθανος,unlikely,απίθανος,0
φτερωτός,winged,φτερωτός,0
ελλιπής,deficient,ελλιπής,0
ασύγκριτος,incomparable,ασύγκριτος,0
έντεκα,eleven,έντεκα,0
σπασμένος,broken,σπασμένος,0
συντριπτικός,overwhelming,συντριπτικός,0
χάλκινος,copper,χάλκινος,0
δουλικός,servile,δουλικός,0
ατελής,imperfect,ατελής,0
άσπιλος,spotless,άσπιλος,0
ενδιαφερόμενος,interested,ενδιαφερόμενος,0
τεμπέλης,"lazy, idle",τεμπέλης,0
νωθρός,indolent,νωθρός,0
κίβδηλος,forged,κίβδηλος,0
ανδρεία,valiant,ανδρεία,0
καθολικός,catholic,καθολικός,0
ηθικός,moral,ηθικός,0
κανονικός,regular,κανονικός,0
ανύποπτος,unsuspecting,ανύποπτος,0
μονόχρωμος,monochrome,μονόχρωμος,0
οικονόμος,thrifty,οικονόμος,0
εικοστός,twentieth,εικοστός,0
δουλοπρεπής,subservient,δουλοπρεπής,0
αλησμόνητος,unforgettable,αλησμόνητος,0
τοξικός,toxic,τοξικός,0
πολυόροφος,multistorey,πολυόροφος,0
γαλανόλευκος,blue and white,γαλανόλευκος,0
ελεήμων,merciful,ελεήμων,0
ακουστός,audible,ακουστός,0
αηδιασμένος,disgusted,αηδιασμένος,0
νερουλός,watery,νερουλός,0
αμβλύς,blunt,αμβλύς,0
συμβολικός,symbolic(al),συμβολικός,0
ωρολογιακός,clockwork,ωρολογιακός,0
διφορούμενος,"equivocal, ambivalent",διφορούμενος,0
χορτοφάγος,vegetarian,χορτοφάγος,0
υλιστικός,materialistic,υλιστικός,0
δοκιμαστικός,experimental,δοκιμαστικός,0
ογδόντα,eighty,ογδόντα,0
εξαρτώμενος,dependent,εξαρτώμενος,0
παιδαγωγικός,pedagogic,παιδαγωγικός,0
αδιάφορος,indifferent,αδιάφορος,0
ολόρθος,bolt upright,ολόρθος,0
παρθενικός,virginal,παρθενικός,0
ανένδοτος,adamant,ανένδοτος,0
βρόμικος,grubby,βρόμικος,0
ανεπιθύμητος,undesirable,ανεπιθύμητος,0
δέκατος,tenth,δέκατος,0
υπαίθριος,outdoor,υπαίθριος,0
έμμονος,persistent,έμμονος,0
φαρμακευτικός,pharmaceutical,φαρμακευτικός,0
πιστωτικός,credit,πιστωτικός,0
συρτός,sliding,συρτός,0
καθαρτικός,cleansing,καθαρτικός,0
απριλιάτικος,April,απριλιάτικος,0
υδραυλικός,hydraulic,υδραυλικός,0
πολυποίκιλος,multifarious,πολυποίκιλος,0
ορκωτός,sworn,ορκωτός,0
σιταρένιος,"wholemeal, wheaten",σιταρένιος,0
αξύριστος,unshaven,αξύριστος,0
υποκειμενικός,subjective,υποκειμενικός,0
οκτακόσια,eight hundred,οκτακόσια,0
κακότυχος,ill-starred,κακότυχος,0
ουγγρικός,Hungarian,ουγγρικός,0
φλαμανδικός,Flemish,φλαμανδικός,0
υπόκωφος,dull [sound],υπόκωφος,0
ακριβός,"expensive, costly",ακριβός,0
επιζήμιος,damaging,επιζήμιος,0
ανυπότακτος,intractable,ανυπότακτος,0
τρεμάμενος,shaky,τρεμάμενος,0
βάσιμος,sound,βάσιμος,0
άβουλος,undecided,άβουλος,0
υπονοούμενος,implicit,υπονοούμενος,0
εντυπωσιακός,impressive,εντυπωσιακός,0
στρογγυλός,round,στρογγυλός,0
ψευδής,false,ψευδής,0
σαδιστής,sadistic,σαδιστής,0
ξυπόλητος,barefoot,ξυπόλητος,0
τρύπιος,full of holes,τρύπιος,0
χωνευτικός,that helps the digestion,χωνευτικός,0
κατσούφης,surly,κατσούφης,0
καλορίζικος,lucky,καλορίζικος,0
σιτεμένος,high of meat,σιτεμένος,0
εγκαταλειμμένος,deserted,εγκαταλειμμένος,0
άμοιρος,hapless,άμοιρος,0
αξιοθέατος,worth seeing,αξιοθέατος,0
μαθηματικός,mathematical,μαθηματικός,0
υπνωτικός,hypnotic,υπνωτικός,0
αβοήθητος,unaided,αβοήθητος,0
δύσμορφος,malformed,δύσμορφος,0
ανεπτυγμένος,developed,ανεπτυγμένος,0
κατασκότεινος,pitch dark,κατασκότεινος,0
θυελλώδης,stormy,θυελλώδης,0
δαιμόνιος,resourceful,δαιμόνιος,0
ιθαγενής,"indigenous, native",ιθαγενής,0
μαλθακός,soft,μαλθακός,0
ασυγύριστος,untidy,ασυγύριστος,0
ηλιοκαμένος,sunburnt,ηλιοκαμένος,0
γλαυκός,bright,γλαυκός,0
κυρίαρχος,master,κυρίαρχος,0
ασυμπάθιστος,unlikeable,ασυμπάθιστος,0
χρεοκοπημένος,bankrupt,χρεοκοπημένος,0
ετεροθαλής,stepsister,ετεροθαλής,0
πεντάμορφος,very beautiful,πεντάμορφος,0
καυστικός,caustic,καυστικός,0
καπάτσος,"smart, shrewd",καπάτσος,0
ανήσυχος,anxious,ανήσυχος,0
υποχείριος,under the thumb,υποχείριος,0
ανεπαρκής,inadequate,ανεπαρκής,0
απώτερος,farther,απώτερος,0
ποινικός,penal,ποινικός,0
μονάκριβος,one and only,μονάκριβος,0
λοιπός,remaining,λοιπός,0
χρεωμένος,in debt,χρεωμένος,0
εκτεθειμένος,exposed,εκτεθειμένος,0
τρικούβερτος,almighty row,τρικούβερτος,0
φιλελεύθερος,liberal,φιλελεύθερος,0
οδυνηρός,painful,οδυνηρός,0
απογοητευτικός,disappointing,απογοητευτικός,0
θαμπός,dim,θαμπός,0
φαύλος,base,φαύλος,0
αποσκελετωμένος,emaciated,αποσκελετωμένος,0
κατακόρυφος,vertical,κατακόρυφος,0
παλλαϊκός,universal of all people,παλλαϊκός,0
χτυπητός,flashy,χτυπητός,0
τσαπατσούλης,sloppy; ,τσαπατσούλης,0
άοσμος,odourless,άοσμος,0
ανακόλουθος,inconsistent,ανακόλουθος,0
κακορίζικος,luckless,κακορίζικος,0
όξινος,acid,όξινος,0
σπονδυλικός,spinal,σπονδυλικός,0
θεατρικός,theatrical,θεατρικός,0
κοφτερός,sharp,κοφτερός,0
αναμφίβολος,undoubted,αναμφίβολος,0
πρόβειος,sheep,πρόβειος,0
ακίνδυνος,not dangerous,ακίνδυνος,0
γραμματικός,grammatical,γραμματικός,0
ένυδρος,aquatic,ένυδρος,0
βυσσινής,crimson,βυσσινής,0
μετρημένος,measured,μετρημένος,0
επιβλητικός,commanding,επιβλητικός,0
έντοκος,interest-bearing,έντοκος,0
πρόθυμος,willing,πρόθυμος,0
φιλάρεσκος,coquettish,φιλάρεσκος,0
δίδυμος,twin,δίδυμος,0
πανευτυχής,blissful,πανευτυχής,0
τεσσαροκοστός,fortieth,τεσσαροκοστός,0
προτιμητέος,preferable,προτιμητέος,0
λεπτός,thin,λεπτός,0
μεταγενέστερος,subsequent,μεταγενέστερος,0
λείος,smooth,λείος,0
υπαίτιος,"responsible, liable",υπαίτιος,0
ελβετικός,Swiss,ελβετικός,0
καθαυτό,in the full meaning of the word,καθαυτό,0
χορταστικός,substantial [meal],χορταστικός,0
εγκληματικός,criminal,εγκληματικός,0
πολιτιστικός,cultural,πολιτιστικός,0
προσοδοφόρος,profitable,προσοδοφόρος,0
ανελέητος,merciless,ανελέητος,0
τετράγωνος,square,τετράγωνος,0
αγαθός,good,αγαθός,0
ομφάλιος,umbilical,ομφάλιος,0
τροπικός,tropical,τροπικός,0
ισχυρογνώμων,headstrong,ισχυρογνώμων,0
δολερός,wily,δολερός,0
ρινικός,nasal,ρινικός,0
όλος,all,όλος,0
προσβλητικός,offensive,προσβλητικός,0
οργανικός,organic,οργανικός,0
συστηματικός,systematic,συστηματικός,0
βιαστικός,hurried,βιαστικός,0
αμόλυντος,unpolluted,αμόλυντος,0
εκτεταμένος,lengthy,εκτεταμένος,0
αναρμόδιος,incompetent,αναρμόδιος,0
εξημμένος,hot-headed,εξημμένος,0
πολύς,many,πολύς,0
προηγμένος,advanced,προηγμένος,0
λεπτοκαμωμένος,dainty,λεπτοκαμωμένος,0
ασύστολος,impudent,ασύστολος,0
ανώτατος,supreme,ανώτατος,0
έγκυρος,authoritative,έγκυρος,0
επίσημος,official,επίσημος,0
παγωμένος,icy,παγωμένος,0
εκδοτικός,editorial,εκδοτικός,0
επανειλημμένος,repeated,επανειλημμένος,0
εμπειρικός,empirical,εμπειρικός,0
τεχνικός,technical,τεχνικός_1,0
νεανικός,youthful,νεανικός,0
φαιδρός,cheerful,φαιδρός,0
παχυντικός,fattening,παχυντικός,0
άγραφος,unwritten,άγραφος,0
συνθηματικός,signal,συνθηματικός,0
απρόσεκτος,careless,απρόσεκτος,0
πεινασμένος,hungry,πεινασμένος,0
παράκτιος,coastal,παράκτιος,0
λαστιχένιος,rubber,λαστιχένιος,0
ξεκάρφωτος,unnailed,ξεκάρφωτος,0
άοπλος,unarmed,άοπλος,0
ξέβαθος,shallow,ξέβαθος,0
υπόλογος,accountable,υπόλογος,0
φλύαρος,garrulous,φλύαρος,0
ξέχειλος,full to the brim,ξέχειλος,0
ινώδης,stringy,ινώδης,0
αναξιόπιστος,unreliable,αναξιόπιστος,0
στρωτός,smooth,στρωτός,0
ακοινώνητος,unsociable,ακοινώνητος,0
υποχονδριακός,hypochondriac,υποχονδριακός,0
σφοδρός,vehement,σφοδρός,0
αναιδής,"impertinent, cheeky",αναιδής,0
παράγωγος,derivative,παράγωγος,0
συμβατικός,conventional,συμβατικός,0
αξεδίψαστος,unquenchable,αξεδίψαστος,0
ημιαυτόματος,semiautomatic,ημιαυτόματος,0
ιερατικός,priestly,ιερατικός,0
υποστηρικτικός,supportive,υποστηρικτικός,0
γουρσούζικος,unlucky,γουρσούζικος,0
μελετηρός,studious,μελετηρός,0
αλύγιστος,unbending,αλύγιστος,0
τρυφερός,tender,τρυφερός,0
γιγαντιαίος,gigantic,γιγαντιαίος,0
αντιπαθητικός,distasteful,αντιπαθητικός,0
μηνιαίος,monthly,μηνιαίος,0
προσεχής,forthcoming,προσεχής,0
αταίριαστος,incompatible,αταίριαστος,0
ισόπλευρος,equilateral,ισόπλευρος,0
αβέβαιος,uncertain,αβέβαιος,0
απρόθυμος,unwilling,απρόθυμος,0
ανοιξιάτικος,spring,ανοιξιάτικος,0
ερωτηματικός,interrogative,ερωτηματικός,0
στρατηγική,strategic,στρατηγική,0
θετός,adoptive,θετός,0
παιχνιδιάρης,skittish,παιχνιδιάρης,0
εβραϊκός,"Jewish, Hebrew",εβραϊκός,0
ωχρός,pallid,ωχρός,0
άστατος,fickle,άστατος,0
ξεχωριστός,"distinct, marked",ξεχωριστός,0
ψειριάζω,full of lice,ψειριάζω,0
κυπριακός,Cypriot,κυπριακός,0
μοντέρνος,modern,μοντέρνος,0
αδρός,rough,αδρός,0
ψαράδικος,fishing,ψαράδικος,0
απαράδεκτος,unacceptable,απαράδεκτος,0
δικτυωτός,like a net,δικτυωτός,0
κεραυνόπληκτος,thunderstruck,κεραυνόπληκτος,0
απαράλλαχτος,identical,απαράλλαχτος,0
ανυπόφορος,unbearable,ανυπόφορος,0
δυσμενής,unfavourable,δυσμενής,0
σκοτεινός,dark,σκοτεινός,0
αμήχανος,embarrassed,αμήχανος,0
αντιδραστικός,reactionary,αντιδραστικός,0
τηλεφωνικός,οtelephone,τηλεφωνικός,0
νυφικός,bridal,νυφικός,0
οπισθοδρομικός,retrograde,οπισθοδρομικός,0
απρόοπτος,unexpected,απρόοπτος,0
ολοζώντανος,full of life,ολοζώντανος,0
προηγούμενος,previous,προηγούμενος,0
ακτινοβόλος,radiant,ακτινοβόλος,0
αβάσιμος,baseless,αβάσιμος,0
εικονικός,pictorial,εικονικός,0
ελκτικός,attractive,ελκτικός,0
πράος,meek,πράος,0
ισημερινός,equatorial,ισημερινός,0
ευρύχωρος,spacious,ευρύχωρος,0
ονομαστικός,nominal,ονομαστικός,0
ρηχός,shallow,ρηχός,0
κυρτός,convex,κυρτός,0
φθαρμένος,tatty,φθαρμένος,0
οκταπλάσιος,eightfold,οκταπλάσιος,0
αχίλλειος,of Achilles,αχίλλειος,0
ζοφερός,dark,ζοφερός,0
ανεξέλεγκτος,uncontrolled,ανεξέλεγκτος,0
ιθύνων,οmaster-mind,ιθύνων,0
ημιτελής,incomplete,ημιτελής,0
απόρρητος,confidential,απόρρητος,0
εσωστρεφής,introvert,εσωστρεφής,0
ζουρλός,loony,ζουρλός,0
εξωγήινος,extra-terrestrial,εξωγήινος,0
απόμερος,out of the way,απόμερος,0
αποθεματικός,in reserve,αποθεματικός,0
αεροπορικός,air,αεροπορικός,0
ριζικός,root,ριζικός,0
χαρωπός,blithe,χαρωπός,0
απερίφραστος,unequivocal,απερίφραστος,0
ευνόητος,easy to understand,ευνόητος,0
ονομαστός,well-known,ονομαστός,0
υπέρτατος,superlative,υπέρτατος,0
ακούσιος,unintentional,ακούσιος,0
αρπακτικός,grasping,αρπακτικός,0
ακέφαλος,headless,ακέφαλος,0
εργατικός,hard-working,εργατικός,0
ευτραφής,stout; ,ευτραφής,0
ιδεώδης,ideal,ιδεώδης,0
αυτάρεσκος,"smug, self-satisfied",αυτάρεσκος,0
ισοδύναμος,equal in strength,ισοδύναμος,0
πρόσφατος,recent,πρόσφατος,0
αμετάβλητος,unchanged,αμετάβλητος,0
λυπημένος,sad,λυπημένος,0
κρεμαστός,hanging,κρεμαστός,0
αισθησιακός,"sensuous, sensual",αισθησιακός,0
σωληνοειδής,tubular,σωληνοειδής,0
αφρώδης,bubbly,αφρώδης,0
σύνθετος,compound,σύνθετος,0
εβδομαδιαίος,weekly,εβδομαδιαίος,0
υπερπλήρης,overflowing,υπερπλήρης,0
λιλά,lilac,λιλά,0
φιλειρηνικός,peace loving,φιλειρηνικός,0
εξυπηρετικός,accommodating,εξυπηρετικός,0
εφεδρικός,reserve,εφεδρικός,0
συμπληρωματικός,complementary,συμπληρωματικός,0
συστατικός,component,συστατικός,0
βοηθητικός,auxiliary,βοηθητικός,0
ενδοτικός,"yielding, complying",ενδοτικός,0
ελληνικός,Greek,ελληνικός,0
λίγος,few,λίγος,0
εξαίρετος,excellent,εξαίρετος,0
ποταπός,"base, ignoble",ποταπός,0
σπιρτόζος,witty,σπιρτόζος,0
καρποφόρος,fruitful,καρποφόρος,0
μακρόστενος,long and narrow,μακρόστενος,0
φθορίζω,fluorescent,φθορίζω,0
αφροδισιακός,aphrodisiac,αφροδισιακός,0
αθώος,innocent,αθώος,0
ημιπολύτιμος,semiprecious,ημιπολύτιμος,0
τηλεκατευθυνόμενος,guided,τηλεκατευθυνόμενος,0
αχρείος,wretched,αχρείος,0
ευάερος,airy,ευάερος,0
δακτυλικός,finger,δακτυλικός,0
ασθενικός,frail,ασθενικός,0
βιογραφικός,biographical,βιογραφικός,0
κακότροπος,bad-mannered,κακότροπος,0
παράταιρος,odd in a set,παράταιρος,0
φοβισμένος,fearful,φοβισμένος,0
μελλοντικός,future,μελλοντικός,0
άδωρος,useless gift,άδωρος,0
επαγγελματικός,professional,επαγγελματικός,0
βιομηχανία,industrial,βιομηχανία,0
πολυεθνικός,multinational,πολυεθνικός,0
θανατηφόρος,"fatal, lethal",θανατηφόρος,0
αμούστακος,without a moustache,αμούστακος,0
ραβδωτός,fluted,ραβδωτός,0
παράδοξος,paradoxical,παράδοξος,0
ενθουσιασμένος,enthusiastic,ενθουσιασμένος,0
ηλιόλουστος,sundrenched,ηλιόλουστος,0
αμφίρροπος,in the balance,αμφίρροπος,0
ανέπαφος,untouched,ανέπαφος,0
θεοσεβής,godly,θεοσεβής,0
χαρμόσυνος,joyful,χαρμόσυνος,0
αδηφάγος,voracious,αδηφάγος,0
ψεύτικος,false,ψεύτικος,0
ομώνυμος,of the same name,ομώνυμος,0
κατάξερος,bone-dry,κατάξερος,0
απρόβλεπτος,unforeseen,απρόβλεπτος,0
πλανόδιος,itinerant,πλανόδιος,0
σοβινισμός,chauvinistic,σοβινισμός,0
μολυβένιος,leaden,μολυβένιος,0
λαχανιασμένος,out of breath,λαχανιασμένος,0
ασυγκίνητος,unmoved,ασυγκίνητος,0
επεκτατικός,expansive,επεκτατικός,0
πρόωρος,premature,πρόωρος,0
πρωτόγονος,primitive,πρωτόγονος,0
γυμνόστηθος,topless,γυμνόστηθος,0
φονικός,deadly,φονικός,0
απαισιόδοξος,pessimistic,απαισιόδοξος,0
φιλοφρονητικός,complimentary,φιλοφρονητικός,0
υπέργειος,"overpass, flyover",υπέργειος,0
αμφίβιος,amphibious,αμφίβιος,0
αριστερόχειρας,left-handed,αριστερόχειρας,0
αδιάλειπτος,unremitting,αδιάλειπτος,0
αεροστεγής,airtight,αεροστεγής,0
φιλήδονος,sensual,φιλήδονος,0
αγκυλωτός,hooked,αγκυλωτός,0
ρευματικός,rheumatic,ρευματικός,0
υπέρμετρος,inordinate,υπέρμετρος,0
σκεπτικός,thoughtful,σκεπτικός,0
γαλάζιος,sky blue,γαλάζιος,0
θνησιγενής,stillborn,θνησιγενής,0
ορατός,visible,ορατός,0
συνδεδεμένος,connected,συνδεδεμένος,0
θυμωμένος,angry,θυμωμένος,0
ολιγαρκής,content with little,ολιγαρκής,0
ισόγειος,level with the ground,ισόγειος,0
ελικοειδής,spiral,ελικοειδής,0
θεωρητικός,theoretical,θεωρητικός,0
δεκαπενθήμερος,fortnightly,δεκαπενθήμερος,0
γενετικός,genetic,γενετικός,0
διάμεσος,intermediate,διάμεσος,0
ατάραχος,imperturbable,ατάραχος,0
ζωδιακός,zodiac,ζωδιακός,0
άστρωτος,not made,άστρωτος,0
κύριος,main,κύριος_2,0
θορυβώδης,noisy,θορυβώδης,0
φιλάνθρωπος,charitable,φιλάνθρωπος,0
μεθυσμένος,drunk,μεθυσμένος,0
ξεπλυμένος,"washed out, pale",ξεπλυμένος,0
μακάβριος,macabre,μακάβριος,0
εκδηλωτικός,demonstrative,εκδηλωτικός,0
μουδιασμένος,numb,μουδιασμένος,0
τηλεπαθητικός,telepathic,τηλεπαθητικός,0
σωματώδης,portly,σωματώδης,0
οξύς,acute,οξύς,0
ελαφρυντικός,alleviating,ελαφρυντικός,0
φιλντισένιος,ivory,φιλντισένιος,0
ζάπλουτος,"loaded, very rich",ζάπλουτος,0
στρουμπουλός,chubby,στρουμπουλός,0
κυλιόμενος,rolling,κυλιόμενος,0
τετελεσμένος,finished,τετελεσμένος,0
στερνός,last,στερνός,0
μεθυστικός,intoxicating,μεθυστικός,0
δύσλυτος,puzzling,δύσλυτος,0
ακίνητος,immobile,ακίνητος,0
αλλεπάλληλος,repeated,αλλεπάλληλος,0
κοπτικός,Coptic,κοπτικός,0
προσποιητός,affected,προσποιητός,0
ισραηλινός,Israeli,ισραηλινός,0
σόκιν,risqué,σόκιν,0
αδιαφανής,opaque,αδιαφανής,0
τσιμπημένος,have a crush on,τσιμπημένος,0
άκυρος,invalid,άκυρος,0
ολόγυμνος,stark naked,ολόγυμνος,0
τυπογραφικός,typographical,τυπογραφικός,0
ένοχος,guilty,ένοχος,0
καλούτσικος,passable,καλούτσικος,0
πολωνικός,Polish,πολωνικός,0
άπαχος,thin,άπαχος,0
επίφοβος,formidable,επίφοβος,0
προοδευτικός,go-ahead,προοδευτικός,0
ραγδαίος,rapid,ραγδαίος,0
καλλωπιστικός,ornamental,καλλωπιστικός,0
ανεξερεύνητος,unexplored,ανεξερεύνητος,0
μονοφωνικός,mono not stereo,μονοφωνικός,0
οξύθυμος,petulant,οξύθυμος,0
επίζηλος,enviable,επίζηλος,0
πλείστος,most,πλείστος,0
συλλογισμένος,thoughtful,συλλογισμένος,0
καπριτσιόζος,capricious,καπριτσιόζος,0
μανιώδης,very keen,μανιώδης,0
απών,absent,απών,0
διαλυτός,soluble,διαλυτός,0
ανάγλυφος,embossed,ανάγλυφος,0
επιτήδειος,appropriate,επιτήδειος,0
κοσμητικός,cosmetic,κοσμητικός,0
νόθος,illegitimate [child],νόθος,0
κλεφτός,furtive,κλεφτός,0
διεθνής,international,διεθνής,0
θερμικός,thermal,θερμικός,0
ανεξάντλητος,inexhaustible,ανεξάντλητος,0
άβολος,inconvenient,άβολος,0
λεπτομερής,detailed,λεπτομερής,0
φιλήσυχος,peaceful,φιλήσυχος,0
ανισόρροπος,unbalanced,ανισόρροπος,0
λιπαρός,greasy,λιπαρός,0
αντιεπαγγελματικός,unprofessional,αντιεπαγγελματικός,0
δυσανάλογος,disproportionate,δυσανάλογος,0
ομοιόμορφος,uniform,ομοιόμορφος,0
άπραγος,inexperienced,άπραγος,0
ευκρινής,clear,ευκρινής,0
ανορθόδοξος,unorthodox,ανορθόδοξος,0
ευφυής,intelligent,ευφυής,0
χαίρω,"rejoice, be delighted",χαίρω,0
αποτελώ,comprise,αποτελώ,0
προσποιούμαι,pretend,προσποιούμαι,0
νηστεύω,fast,νηστεύω,0
πειραματίζομαι,experiment,πειραματίζομαι,0
απορρέω,derive,απορρέω,0
τυχαίνω,happen,τυχαίνω,0
αντεπιτίθεμαι,counter-attack,αντεπιτίθεμαι,0
λιποθυμία,"faint, pass out",λιποθυμία,0
ανοιγοκλείνω,open and close,ανοιγοκλείνω,0
βήχας,cough,βήχας,0
συγκλίνω,converge,συγκλίνω,0
παρακμάζω,decay,παρακμάζω,0
κουρνιάζω,roost,κουρνιάζω,0
συγκρούομαι,clash,συγκρούομαι,0
υπηρετώ,serve,υπηρετώ,0
υβρίζω,swear,υβρίζω,0
ωριμάζω,ripen,ωριμάζω,0
σοφίζομαι,think up,σοφίζομαι,0
απηχώ,echo,απηχώ,0
αναχωρώ,depart,αναχωρώ,0
επιτηρώ,invigilate,επιτηρώ,0
φεύγω,"go away, leave",φεύγω,0
φωσφορίζω,phosphoresce,φωσφορίζω,0
μαυροφορώ,be in mourning,μαυροφορώ,0
κρυφογελώ,snigger,κρυφογελώ,0
συμπεριφέρομαι,behave,συμπεριφέρομαι,0
κυματίζω,wave,κυματίζω,0
ξεχωρίζω,stand out,ξεχωρίζω,0
υποθέτω,"suppose, assume",υποθέτω,0
επέρχομαι,occur,επέρχομαι,0
αναφωνώ,exclaim,αναφωνώ,0
καυχιέμαι,boast,καυχιέμαι,0
φιλώ,kiss,φιλώ,0
ξυπνώ,wake up,ξυπνώ,0
αισιοδοξώ,be optimistic,αισιοδοξώ,0
κολλώ,stick,κολλώ,0
προσφέρω,volunteer,προσφέρω,0
ξελαρυγγίζομαι,shout o.s. hoarse,ξελαρυγγίζομαι,0
νοσηλεύω,be treated,νοσηλεύω,0
στέκομαι,stand,στέκομαι,0
ονειροπολώ,daydream,ονειροπολώ,0
τσαλαβουτώ,splash about,τσαλαβουτώ,0
βασίζω,rely (on),βασίζω,0
στοιχειώνω,become haunted,στοιχειώνω,0
αποσύρω,withdraw,αποσύρω,0
καλυτερεύω,improve,καλυτερεύω,0
ελπίζω,hope,ελπίζω,0
εκδηλώνω,reveal one's feelings,εκδηλώνω,0
ριγώ,shudder,ριγώ,0
αδυνατίζω,slim,αδυνατίζω,0
επιστρέφω,"return, go back",επιστρέφω,0
αρπάζω,lose one's temper,αρπάζω,0
αμιλλώμαι,rival,αμιλλώμαι,0
ψιχαλίζει,it's drizzling,ψιχαλίζει,0
υπολείπομαι,"fall short, be inferior",υπολείπομαι,0
εξιλεώνω,atone for,εξιλεώνω,0
σπαρταρώ,wriggle,σπαρταρώ,0
λεκιάζω,stain,λεκιάζω,0
αποκλίνω,diverge,αποκλίνω,0
ευθυμώ,cheer up,ευθυμώ,0
αντιμιλώ,answer back,αντιμιλώ,0
φταρνίζομαι,sneeze,φταρνίζομαι,0
ερευνώ,search,ερευνώ,0
αγρυπνώ,stay awake,αγρυπνώ,0
κερδοσκοπώ,speculate,κερδοσκοπώ,0
πελαγώνω,feel lost/confused,πελαγώνω,0
ρέπω,be inclined (to),ρέπω,0
φτιάχνω,change (for the better),φτιάχνω,0
συναισθάνομαι,feel be conscious of,συναισθάνομαι,0
εργάζομαι,work,εργάζομαι,0
λιγοστεύω,dwindle,λιγοστεύω,0
συρρέω,flock,συρρέω,0
συνενώνω,gang up,συνενώνω,0
χαροπαλεύω,be on one's death bed,χαροπαλεύω,0
ξαναγυρίζω,"return, go home",ξαναγυρίζω,0
εξορμώ,sally out,εξορμώ,0
προσπαθώ,attempt,προσπαθώ,0
κοκαλιάζω,get dry and hard,κοκαλιάζω,0
μηχανεύομαι,engineer,μηχανεύομαι,0
εξανεμίζω,evaporate ,εξανεμίζω,0
υπαναχωρώ,back out,υπαναχωρώ,0
υπεκφεύγω,prevaricate,υπεκφεύγω,0
σαλτάρω,leap,σαλτάρω,0
κυλώ,run,κυλώ,0
λειτουργώ,work,λειτουργώ,0
εξελίσσω,develop,εξελίσσω,0
ξανασμίγω,be reunited,ξανασμίγω,0
κρυφοκοιτάζω,peep,κρυφοκοιτάζω,0
βεβαιώνω,make certain,βεβαιώνω,0
διαπραγματεύομαι,negotiate,διαπραγματεύομαι,0
πεισματώνω,become stubborn,πεισματώνω,0
γλυκοκελαηδώ,sing sweetly,γλυκοκελαηδώ,0
πενθώ,mourn,πενθώ,0
βουρκώνω,become muddy,βουρκώνω,0
χλιμιντρίζω,neigh,χλιμιντρίζω,0
ηρεμώ,compose o.s,ηρεμώ,0
εκτίθεμαι,be on show,εκτίθεμαι,0
βρίθω,be teeming with,βρίθω,0
επωφελούμαι,take advantage of,επωφελούμαι,0
διαρκώ,last,διαρκώ,0
λιγοψυΧώ,lose one's nerve,λιγοψυΧώ,0
στραβοπατώ,miss one's footing,στραβοπατώ,0
πνίγω,drown,πνίγω,0
χαλαρώνω,relax,χαλαρώνω,0
αγορεύω,make a public speech,αγορεύω,0
γυρίζω,return,γυρίζω,0
περισσεύω,be in excess,περισσεύω,0
σουρώνω,shrink,σουρώνω,0
χάσκω,"gape, be wide open",χάσκω,0
περιμένω,"wait, await",περιμένω,0
μπαίνω,"go in, enter",μπαίνω,0
οργιάζω,have orgies,οργιάζω,0
απουσία,be absent,απουσία,0
γιορτάζω,have a nameday,γιορτάζω,0
ξεπαγώνω,thaw,ξεπαγώνω,0
ιριδίζω,be iridescent,ιριδίζω,0
ξεκουράζω,rest,ξεκουράζω,0
ψωνίζω,shop,ψωνίζω,0
ποδηλατώ,pedal,ποδηλατώ,0
μουσκεύω,get soaked,μουσκεύω,0
ισοφαρίζω,equalize [sport],ισοφαρίζω,0
ονειρεύομαι,dream,ονειρεύομαι,0
τρέχω,run,τρέχω,0
κατανοώ,comprehend,κατανοώ,0
φιγουράρω,figure,φιγουράρω,0
πικρίζω,taste bitter,πικρίζω,0
δυσκολεύω,have difficulty,δυσκολεύω,0
φλέγομαι,be ablaze,φλέγομαι,0
σιάζω,tidy o.s. up,σιάζω,0
καταντώ,be reduced to,καταντώ,0
βγάζω,lead,βγάζω,0
σκούζω,hoot,σκούζω,0
προεξέχω,protrude; ,προεξέχω,0
μεταλαβαίνω,give/receive holy communion,μεταλαβαίνω,0
διαμένω,reside,διαμένω,0
παραληρώ,be delirious,παραληρώ,0
αλληλεπιδρώ,interact,αλληλεπιδρώ,0
διαδηλώνω,demonstrate,διαδηλώνω,0
λιάζομαι,"sun o.s., bask",λιάζομαι,0
δαγκώνω,bite,δαγκώνω,0
στροβιλίζω,whirl,στροβιλίζω,0
φυτρώνω,sprout,φυτρώνω,0
ζωντανεύω,revive,ζωντανεύω,0
θερμαίνω,be feverish,θερμαίνω,0
λιμοκτονώ,starve,λιμοκτονώ,0
ξινίζω,sour,ξινίζω,0
χρεώνω,get into debt,χρεώνω,0
θροΐζω,rustle,θροΐζω,0
πιάνω,catch on,πιάνω,0
ριψοκινδυνεύω,venture,ριψοκινδυνεύω,0
διαβάζω,read,διαβάζω,0
απογειώνομαι,take off,απογειώνομαι,0
δαμάζω,tame,δαμάζω,0
βουλιάζω,sink,βουλιάζω,0
αφανίζω,disappear,αφανίζω,0
προσχωρώ,"go over to, join",προσχωρώ,0
ξεχύνομαι,pour out,ξεχύνομαι,0
στοιχίζω,cost,στοιχίζω,0
εξειδικεύομαι,specialize,εξειδικεύομαι,0
ξεθυμαίνω,let off steam,ξεθυμαίνω,0
προνοώ,foresee,προνοώ,0
ερημώνω,be deserted,ερημώνω,0
σηκώνω,rise,σηκώνω,0
θησαυρίζω,make a fortune,θησαυρίζω,0
χιμώ,"rush, dash",χιμώ,0
κουλουριάζομαι,curl (o.s.) up,κουλουριάζομαι,0
προβληματίζω,think hard,προβληματίζω,0
κοιμούμαι,sleep,κοιμούμαι,0
τείνω,tend,τείνω,0
προκύπτω,accrue,προκύπτω,0
δολοπλοκία,scheme,δολοπλοκία,0
σωριάζω,"flop, drop",σωριάζω,0
απέχω,be at a distance,απέχω,0
μετανιώνω,repent,μετανιώνω,0
πλέω,float,πλέω,0
ισχυρίζομαι,"assert, allege",ισχυρίζομαι,0
αποπλέω,"sail, set sail",αποπλέω,0
νομοθετώ,legislate,νομοθετώ,0
ξεκόβω,break away,ξεκόβω,0
αδυνατώ,"be unable to, cannot",αδυνατώ,0
γίνομαι,become,γίνομαι,0
συλλογίζομαι,ponder,συλλογίζομαι,0
ξεζουμίζω,squeeze,ξεζουμίζω,0
μοσχοβολώ,be fragrant,μοσχοβολώ,0
χηρεύω,be widowed,χηρεύω,0
περηφανεύομαι,take pride; ,περηφανεύομαι,0
αποχωρώ,depart,αποχωρώ,0
ανασαίνω,breathe,ανασαίνω,0
ουρώ,urinate,ουρώ,0
χαμηλώνω,become lower,χαμηλώνω,0
καίω,burn,καίω,0
ανατέλλω,rise,ανατέλλω,0
πρασινίζω,turn green,πρασινίζω,0
εξαρτώ,depend,εξαρτώ,0
τραυλίζω,stammer,τραυλίζω,0
κομπάζω,brag,κομπάζω,0
ψωμοζητώ,"beg, be a beggar",ψωμοζητώ,0
προμηθεύω,procure,προμηθεύω,0
οπισθοχωρώ,retreat,οπισθοχωρώ,0
συνηθίζω,be used to,συνηθίζω,0
μουντζαλώνω,smudge,μουντζαλώνω,0
αξιώνω,manage to,αξιώνω,0
ξεπαγιάζω,freeze,ξεπαγιάζω,0
παχαίνω,put on weight,παχαίνω,0
ξεμουδιάζω,stretch one's legs,ξεμουδιάζω,0
στρέφω,turn round,στρέφω,0
πλησιάζω,border on,πλησιάζω,0
τουρτουρίζω,shiver,τουρτουρίζω,0
γεννώ,be born,γεννώ,0
επικοινωνώ,communicate,επικοινωνώ,0
μεθώ,get drunk,μεθώ,0
διέρχομαι,pass through,διέρχομαι,0
χλομιάζω,turn pale,χλομιάζω,0
αρθρώνω,articulate,αρθρώνω,0
παντρεύω,marry,παντρεύω,0
κλείνω,close,κλείνω,0
αποσκοπώ,be aiming at,αποσκοπώ,0
θορυβώ,make a noise,θορυβώ,0
βαριέμαι,be fed up,βαριέμαι,0
ατονώ,slacken (off),ατονώ,0
σκουντουφλώ,trip over,σκουντουφλώ,0
μεσιτεύω,mediate,μεσιτεύω,0
μουγκανίζω,moo,μουγκανίζω,0
φωνασκώ,vociferate,φωνασκώ,0
σκάβω,burrow,σκάβω,0
λέγω,be called,λέγω,0
συνωμοτώ,plot,συνωμοτώ,0
χαριτολογώ,be witty,χαριτολογώ,0
εξασθενώ,decline; ,εξασθενώ,0
γνέφω,wave,γνέφω,0
βομβώ,ring,βομβώ,0
σπάζω,break,σπάζω,0
καθυστερώ,be late,καθυστερώ,0
προπορεύομαι,to be in the lead,προπορεύομαι,0
ανέρχομαι,rise,ανέρχομαι,0
βροντώ,thunder,βροντώ,0
στριφογυρίζω,wriggle,στριφογυρίζω,0
ξεχειλώνω,become misshapen,ξεχειλώνω,0
μαρτυρώ,suffer martyrdom,μαρτυρώ,0
αστραποβολώ,sparkle,αστραποβολώ,0
ξεκαθαρίζω,clear,ξεκαθαρίζω,0
φαρδαίνω,become wider,φαρδαίνω,0
μειονεκτώ,be at a disadvantage,μειονεκτώ,0
στρογγυλεύω,fill out,στρογγυλεύω,0
ξεκουρδίζομαι,run down; ,ξεκουρδίζομαι,0
φρακάρισμα,jam,φρακάρισμα,0
προσανατολίζω,get one's bearings,προσανατολίζω,0
σκοντάφτω,trip up,σκοντάφτω,0
φυτοζωώ,vegetate,φυτοζωώ,0
επαναλαμβάνω,be repeated,επαναλαμβάνω,0
γιουχάρω,boo,γιουχάρω,0
εμφανίζω,appear,εμφανίζω,0
μηνώ,send a message,μηνώ,0
συναγωνίζομαι,fight together,συναγωνίζομαι,0
γκρεμίζω,"crumble, collapse",γκρεμίζω,0
αλλάζω,change,αλλάζω,0
επιμένω,insist,επιμένω,0
ρημάζω,go to rack and ruin,ρημάζω,0
ακριβοπληρώνω,pay dearly,ακριβοπληρώνω,0
απαγγέλλω,recite,απαγγέλλω,0
αναρριχιέμαι,climb,αναρριχιέμαι,0
βυθίζω,sink,βυθίζω,0
αιωρούμαι,hover,αιωρούμαι,0
μαίνομαι,rave,μαίνομαι,0
αρχίζω,"begin, start",αρχίζω,0
τρέμω,tremble,τρέμω,0
είμαι,be,είμαι,0
παγώνω,freeze,παγώνω,0
βυζαίνω,suckle,βυζαίνω,0
προφυλάγω,take precautions,προφυλάγω,0
έγκειται,"lies, rests",έγκειται,0
μανουβράρω,manœuvre,μανουβράρω,0
αγοράζω,"buy, purchase",αγοράζω,0
φρενιάζω,become furious,φρενιάζω,0
ηρεμίζω,calm down,ηρεμίζω,0
ασχολούμαι,pursue,ασχολούμαι,0
ξεσπώ,burst,ξεσπώ,0
σβήνω,go out,σβήνω,0
φημολογούμαι,be rumoured,φημολογούμαι,0
σταματώ,stop,σταματώ,0
φουσκώνω,"fill out, put on weight",φουσκώνω,0
φανερώνω,appear,φανερώνω,0
ησυχάζω,calm down,ησυχάζω,0
ψυχραίνω,fall out,ψυχραίνω,0
βόσκω,graze,βόσκω,0
προσγειώνω,touch down,προσγειώνω,0
φτωχαίνω,become impoverished,φτωχαίνω,0
ξυλιάζω,"become stiff, numb (from cold)",ξυλιάζω,0
πανηγύρι,rejoice,πανηγύρι,0
μουδιάζω,go numb,μουδιάζω,0
ξεμεθώ,sober up,ξεμεθώ,0
σέρνω,crawl,σέρνω,0
ξιφομαχώ,fence,ξιφομαχώ,0
βασιλεύω,reign,βασιλεύω,0
ευσταθώ,be valid,ευσταθώ,0
εξαφανίζω,"vanish, disappear",εξαφανίζω,0
εκρήγνυμαι,explode,εκρήγνυμαι,0
δραπετεύω,escape,δραπετεύω,0
λυπούμαι,"feel sad, be sorry",λυπούμαι,0
εκπατρίζομαι,emigrate,εκπατρίζομαι,0
μένω,remain,μένω,0
φουντάρω,cast anchor,φουντάρω,0
φιλεύω,treat to,φιλεύω,0
παραιτούμαι,resign,παραιτούμαι,0
διψώ,be thirsty,διψώ,0
ψήνω,cook,ψήνω,0
ψελλίζω,stammer,ψελλίζω,0
συμπλέκω,come to blows with,συμπλέκω,0
ταλαντεύω,oscillate,ταλαντεύω,0
τρέφω,feed,τρέφω,0
ξεχνώ,forget,ξεχνώ,0
καλμάρω,calm down,καλμάρω,0
ξεμπλέκω,extricate o.s,ξεμπλέκω,0
συμμετέχω,participate (in),συμμετέχω,0
γαβγίζω,bark,γαβγίζω,0
σημαίνω,"signify, matter",σημαίνω,0
κατάγομαι,come from,κατάγομαι,0
κατατάσσω,enlist,κατατάσσω,0
σποριάζω,go to seed,σποριάζω,0
κουτσοπίνω,tipple,κουτσοπίνω,0
αδρανής,be inactive,αδρανής,0
εξαγριώνω,be enraged,εξαγριώνω,0
χωρώ,fit in,χωρώ,0
ασπρίζω,turn white,ασπρίζω,0
τσιτσιρίζω,sizzle,τσιτσιρίζω,0
μακιγιάρω,put on make-up,μακιγιάρω,0
ξαναπαντρεύομαι,remarry,ξαναπαντρεύομαι,0
κρατώ,last,κρατώ,0
παραθερίζω,spend the summer,παραθερίζω,0
γονατίζω,kneel,γονατίζω,0
οδύρομαι,lament,οδύρομαι,0
νευριάζω,lose one's temper,νευριάζω,0
συμβαδίζω,be in step (with),συμβαδίζω,0
περιφέρω,rove,περιφέρω,0
τιτιβίζω,"chirp, tweet",τιτιβίζω,0
αποστρέφω,detest,αποστρέφω,0
ζαλίζω,feel giddy,ζαλίζω,0
ουρλιάζω,howl,ουρλιάζω,0
ψυλλιάζω,get covered with fleas,ψυλλιάζω,0
ορκίζω,vow,ορκίζω,0
πυκνώνω,thicken,πυκνώνω,0
ευκαιρώ,have the time,ευκαιρώ,0
αγωνίζομαι,compete,αγωνίζομαι,0
γλιτώνω,escape,γλιτώνω,0
ξεθαρρεύω,take courage,ξεθαρρεύω,0
συντελώ,be conducive (to),συντελώ,0
προσκυνώ,worship,προσκυνώ,0
αισθάνομαι,feel,αισθάνομαι,0
μπουμπουνητό,rumble,μπουμπουνητό,0
κουτσαίνω,limp,κουτσαίνω,0
βαραίνω,gain weight,βαραίνω,0
υπομένω,endure,υπομένω,0
μπορώ,"can, be able (to)",μπορώ,0
παρκάρω,park,παρκάρω,0
ανασταίνω,rise (from the dead),ανασταίνω,0
σκορπίζω,disintegrate,σκορπίζω,0
λησμονώ,forget,λησμονώ,0
προχωρώ,move on,προχωρώ,0
τροχοδρομώ,taxi [aircraft],τροχοδρομώ,0
σαλεύω,move,σαλεύω,0
πρωταγωνιστώ,star,πρωταγωνιστώ,0
ξελασπώνω,get off the hook,ξελασπώνω,0
ξυρίζω,shave,ξυρίζω,0
πεζεύω,dismount,πεζεύω,0
κομπιάζω,hesitate,κομπιάζω,0
κελαηδώ,sing,κελαηδώ,0
θολώνω,steam up,θολώνω,0
κερδίζω,look better,κερδίζω,0
διημερεύω,spend all the day,διημερεύω,0
πυγμαχώ,box,πυγμαχώ,0
συμφιλιώνω,make it up,συμφιλιώνω,0
παραδίδω,give o.s. up,παραδίδω,0
υπερβάλλω,exaggerate,υπερβάλλω,0
λογαριάζω,settle,λογαριάζω,0
δικαιούμαι,be entitled to,δικαιούμαι,0
τρομάζω,be scared,τρομάζω,0
αιτούμαι,request,αιτούμαι,0
στενοχωρώ,worry,στενοχωρώ,0
ξανανιώνω,have a new lease of life,ξανανιώνω,0
ανθίζω,come into flower,ανθίζω,0
αστειεύομαι,joke,αστειεύομαι,0
ενώνω,unite,ενώνω,0
επαγρυπνώ,be vigilant,επαγρυπνώ,0
πιστεύω,believe,πιστεύω,0
συνεδριάζω,sit,συνεδριάζω,0
σαστίζω,be taken aback,σαστίζω,0
φρενάρω,brake,φρενάρω,0
παρίσταμαι,be present,παρίσταμαι,0
πηγαίνω,go,πηγαίνω,0
ελίσσομαι,wind,ελίσσομαι,0
λαμπυρίζω,shimmer,λαμπυρίζω,0
χτυπώ,strike,χτυπώ,0
προπονώ,train,προπονώ,0
σκάζω,burst,σκάζω,0
κραυγάζω,cry out,κραυγάζω,0
χωνεύω,sink in,χωνεύω,0
ξεβάφω,discolour,ξεβάφω,0
χύνω,pour out,χύνω,0
μιλώ,"talk, speak",μιλώ,0
πάλλομαι,pulsate,πάλλομαι,0
κατρακυλώ,tumble down,κατρακυλώ,0
χορταίνω,have enough,χορταίνω,0
νοιάζομαι,worry,νοιάζομαι,0
βαθουλώνω,sag,βαθουλώνω,0
αντέχω,last,αντέχω,0
ξεφυτρώνω,sprout,ξεφυτρώνω,0
πληροφορώ,be informed,πληροφορώ,0
αηδιάζω,be disgusted,αηδιάζω,0
μαλακώνω,mellow,μαλακώνω,0
γλεντώ,enjoy; ,γλεντώ,0
ψεύδομαι,lie,ψεύδομαι,0
στρατεύομαι,enlist,στρατεύομαι,0
θυμώνω,get angry,θυμώνω,0
χιονίζω,snow,χιονίζω,0
κωπηλατώ,row,κωπηλατώ,0
μεθοκοπώ,booze,μεθοκοπώ,0
ρουθουνίζω,snort,ρουθουνίζω,0
συσπειρώνω,rally,συσπειρώνω,0
βραχνιάζω,become hoarse,βραχνιάζω,0
κακουργώ,commit a crime,κακουργώ,0
μοιρολογώ,lament,μοιρολογώ,0
ξεπροβοδίζω,see off,ξεπροβοδίζω,0
γλαρώνω,doze,γλαρώνω,0
κατουρώ,have a pee,κατουρώ,0
γελώ,laugh,γελώ,0
αποζώ,subsist,αποζώ,0
συλλαμβάνω,conceive,συλλαμβάνω,0
μπουχτίζω,have one's fill,μπουχτίζω,0
αντηχώ,echo,αντηχώ,0
κιτρινίζω,turn pale,κιτρινίζω,0
επανέρχομαι,return,επανέρχομαι,0
εμποδίζω,be in the way,εμποδίζω,0
τρελαίνω,go mad,τρελαίνω,0
αλληλογραφία,correspond,αλληλογραφία,0
φωλιάζω,nest,φωλιάζω,0
τερετίζω,twitter,τερετίζω,0
ξαναζωντανεύω,come to life again,ξαναζωντανεύω,0
χαίνω,gape,χαίνω,0
επαρκώ,suffice,επαρκώ,0
αποστρακίζομαι,ricochet,αποστρακίζομαι,0
περιστρέφω,revolve,περιστρέφω,0
χειροτερεύω,"worsen, deteriorate",χειροτερεύω,0
επακολουθώ,ensue,επακολουθώ,0
φθίνω,diminish,φθίνω,0
χοντραίνω,put on weight,χοντραίνω,0
φαντασιοκοπώ,fantasize,φαντασιοκοπώ,0
ξεκινώ,"set out, set off",ξεκινώ,0
περπατώ,walk,περπατώ,0
προεδρεύω,preside,προεδρεύω,0
αράζω,anchor,αράζω,0
κορδώνομαι,swagger,κορδώνομαι,0
αποβλέπω,aim,αποβλέπω,0
διστάζω,hesitate,διστάζω,0
εφάπτομαι,adjoin,εφάπτομαι,0
ασθμαίνω,wheeze,ασθμαίνω,0
τρεμοσβήνω,flicker,τρεμοσβήνω,0
αποβάλλω,miscarry,αποβάλλω,0
γλυκοκοιμάμαι,sleep sweetly,γλυκοκοιμάμαι,0
επιβαίνω,board,επιβαίνω,0
ποικίλλω,vary,ποικίλλω,0
απελπίζομαι,despair,απελπίζομαι,0
χάνω,lose,χάνω,0
αναβοσβήνω,flash (on and off),αναβοσβήνω,0
ανυπομονώ,be impatient,ανυπομονώ,0
παραβγαίνω,go out too much,παραβγαίνω,0
κρώζω,squawk,κρώζω,0
κουράζω,become tired,κουράζω,0
ψευδορκώ,perjure o.s.,ψευδορκώ,0
πλήττω,be bored,πλήττω,0
συναναστρέφομαι,"mix with, keep company with",συναναστρέφομαι,0
νυστάζω,be sleepy,νυστάζω,0
σαλιαρίζω,gibber,σαλιαρίζω,0
εξοικειώνω,familiarize oneself (with),εξοικειώνω,0
λυγίζω,buckle,λυγίζω,0
δείχνω,appear,δείχνω,0
θριαμβεύω,triumph,θριαμβεύω,0
αναρωτιέμαι,ask oneself,αναρωτιέμαι,0
δακτυλογραφώ,type,δακτυλογραφώ,0
χοροστατώ,officiate,χοροστατώ,0
πανικοβάλλω,panic,πανικοβάλλω_1,0
καμπυλώνω,curve,καμπυλώνω,0
φταίω,be to blame,φταίω,0
σιωπώ,remain silent,σιωπώ,0
εξοκέλλω,run aground,εξοκέλλω,0
αμύνομαι,defend oneself,αμύνομαι,0
μοιάζω,"resemble, look like",μοιάζω,0
υποκύπτω,succumb,υποκύπτω,0
ορθώνω,rise,ορθώνω,0
απομένω,remain,απομένω,0
εικάζω,"surmise, conjecture",εικάζω,0
σταθμεύω,park,σταθμεύω,0
λικνίζω,sway,λικνίζω,0
συνεννοούμαι,arrive at an understanding,συνεννοούμαι,0
ναυαγώ,be shipwrecked,ναυαγώ,0
ανακεφαλαιώνω,recapitulate,ανακεφαλαιώνω,0
μορφάζω,grimace,μορφάζω,0
κοχλάζω,bubble,κοχλάζω,0
ξανανοίγω,reopen,ξανανοίγω,0
συνυπάρχω,coexist,συνυπάρχω,0
απαρτίζω,constitute,απαρτίζω,0
συμφέρω,be to one's advantage,συμφέρω,0
κρυολογώ,catch a cold,κρυολογώ,0
κάθομαι,be seated,κάθομαι,0
ψηφίζω,vote,ψηφίζω,0
παλεύω,wrestle,παλεύω,0
εκκολάπτω,hatch,εκκολάπτω,0
ξεκολλώ,tear o.s. away,ξεκολλώ,0
αιμορραγία,bleed,αιμορραγία,0
χαμογελώ,smile,χαμογελώ,0
αποβιβάζω,disembark,αποβιβάζω,0
κλίνω,slope,κλίνω,0
αναστενάζω,sigh,αναστενάζω,0
εδρεύω,have headquarters,εδρεύω,0
διατηρώ,be preserved,διατηρώ,0
μουγκρίζω,roar,μουγκρίζω,0
ξαλαφρώνω,unburden o.s,ξαλαφρώνω,0
φοβούμαι,be afraid,φοβούμαι,0
θυμάμαι,remember; ,θυμάμαι,0
καβγαδίζω,quarrel,καβγαδίζω,0
γιουχαϊζω,boo,γιουχαϊζω,0
βράζω,boil,βράζω,0
απαντώ,"reply, answer",απαντώ,0
κρατιέμαι,restrain o.s,κρατιέμαι,0
μεσολαβώ,intercede,μεσολαβώ,0
λιμνάζω,stagnate,λιμνάζω,0
χαριεντίζομαι,flirt,χαριεντίζομαι,0
καταφεύγω,take refuge,καταφεύγω,0
κορνάρω,hoot,κορνάρω,0
βλαστάνω,sprout,βλαστάνω,0
λαχανιάζω,pant,λαχανιάζω,0
ζευγαρώνω,mate,ζευγαρώνω,0
ψευδολογώ,tell lies,ψευδολογώ,0
αποτυγχάνω,fall through,αποτυγχάνω,0
παρεκκλίνω,deviate,παρεκκλίνω,0
σκαρφίζομαι,dream up,σκαρφίζομαι,0
κυλιέμαι,wallow,κυλιέμαι,0
αγωνιώ,be anxious,αγωνιώ,0
πηγούνι,chin,πηγούνι,0
τουρτούρισμα,shiver,τουρτούρισμα,0
υποκειμενικότητα,subjectivity,υποκειμενικότητα,0
εκχύλισμα,extract,εκχύλισμα,0
ονομασία,name,ονομασία,0
αμυγδαλίτιδα,tonsillitis,αμυγδαλίτιδα,0
κατάσκοπος,spy,κατάσκοπος,0
ποτιστήρι,watering can,ποτιστήρι,0
ανθρωποώρα,man-hour,ανθρωποώρα,0
βόλος,lump,βόλος,0
επιχείρημα,attempt,επιχείρημα,0
σασί,chassis,σασί,0
τακτ,tact,τακτ,0
πτερύγιο,flipper,πτερύγιο,0
παλιόπαιδο,brat,παλιόπαιδο,0
αναγέννηση,resurgence,αναγέννηση,0
αντίσωμα,antibody,αντίσωμα,0
αποστολέας,sender,αποστολέας,0
κερκίδα,tier in stadium,κερκίδα,0
φράντζα,fringe [hair],φράντζα,0
προφητεία,prophecy,προφητεία,0
κορόνα,crown,κορόνα,0
διέξοδος,way out,διέξοδος,0
πράσο,leek,πράσο,0
παρόρμηση,impulse,παρόρμηση,0
στιβάδα,stack,στιβάδα,0
συνασπισμός,alliance,συνασπισμός,0
πρωτοπορία,lead,πρωτοπορία,0
καταβολή,payment,καταβολή,0
καπνιστής,smoker,καπνιστής,0
μάρκα,counter; ,μάρκα,0
καταρράκτης,waterfall,καταρράκτης,0
λαμαρίνα,sheet metal,λαμαρίνα,0
κατακαλόκαιρο,the height of summer,κατακαλόκαιρο,0
λιβελλούλη,dragon-fly,λιβελλούλη,0
τοξίνη,toxin,τοξίνη,0
φύλαξη,guarding,φύλαξη,0
ανεμοστρόβιλος,whirlwind,ανεμοστρόβιλος,0
μόριο,speck,μόριο,0
απαγωγή,abduction,απαγωγή,0
ευρώ,euro,ευρώ,0
μαγουλάδες,mumps,μαγουλάδες,0
μειοψηφία,minority,μειοψηφία,0
μυστικισμός,mysticism,μυστικισμός,0
ευφημισμός,euphemism,ευφημισμός,0
κομπόστα,stewed fruit,κομπόστα,0
ανάσταση,resurrection,ανάσταση,0
χάρη,grace,χάρη,0
ερπετό,reptile,ερπετό,0
βράχος,rock,βράχος,0
πιέτα,pleat,πιέτα,0
προβοσκίδα,trunk of elephant,προβοσκίδα,0
αντιλόπη,antelope,αντιλόπη,0
Μαυρίκιος,Mauritius,Μαυρίκιος,0
ιέρεια,priestess,ιέρεια,0
αυτοκράτορας,emperor,αυτοκράτορας,0
βιντεοκασέτα,videotape,βιντεοκασέτα,0
ρώγα,teat,ρώγα,0
αυλόγυρος,churchyard,αυλόγυρος,0
δολάριο,dollar,δολάριο,0
ιχθυοπωλείο,fishmonger's,ιχθυοπωλείο,0
απόστροφος,apostrophe,απόστροφος,0
κεφαλή,head,κεφαλή,0
γυρισμός,return,γυρισμός,0
εξομολόγηση,confession,εξομολόγηση,0
ιστορία,history,ιστορία,0
ανεψιός,nephew,ανεψιός,0
υπέρταση,hypertension,υπέρταση,0
χωνί,funnel,χωνί,0
στραβομάρα,blindness,στραβομάρα,0
ζωτικότητα,vitality,ζωτικότητα,0
δείκτης,index,δείκτης,0
ομοίωμα,effigy,ομοίωμα,0
μαχαίρι,knife,μαχαίρι,0
όσφρηση,(sense of) smell,όσφρηση,0
πειθώ,persuasion,πειθώ,0
λογική,logic,λογική,0
παιδεία,education,παιδεία,0
κλοιός,shackle,κλοιός,0
κολπίσκος,creek,κολπίσκος,0
μεταβίβαση,conveyance,μεταβίβαση,0
υδράργυρος,mercury,υδράργυρος,0
χούλιγκαν,hooligan,χούλιγκαν,0
τούφα,tuft,τούφα,0
οφθαλμολόγος,oculist,οφθαλμολόγος,0
κοπάδι,flock,κοπάδι,0
τζιπ,jeep,τζιπ,0
πανό,placard,πανό,0
δασμολόγιο,tariff,δασμολόγιο,0
στηθόδεσμος,brassiere,στηθόδεσμος,0
ινσουλίνη,insulin,ινσουλίνη,0
τριάμισι,three and a half,τριάμισι,0
σακάτης,cripple,σακάτης,0
είσδυση,penetration,είσδυση,0
χωροταξία,town planning,χωροταξία,0
πολιτισμός,civilization,πολιτισμός,0
μονιμότητα,permanence,μονιμότητα,0
χασάπικος,Greek folk dance,χασάπικος,0
χίλια,thousand,χίλια,0
κατσαρόλα,saucepan,κατσαρόλα,0
διακομιστής,server,διακομιστής,0
χιουμορίστας,humorist,χιουμορίστας,0
κατώφλι,doorstep,κατώφλι,0
εγκαίνια,inauguration,εγκαίνια,0
αρίθμηση,counting,αρίθμηση,0
ψεγάδι,flaw,ψεγάδι,0
αγκώνας,elbow,αγκώνας,0
όρνιο,bird of prey,όρνιο,0
φυματίωση,tuberculosis,φυματίωση,0
ομιλητής,speaker,ομιλητής,0
κιλό,kilo,κιλό,0
κυνηγητό,chase,κυνηγητό,0
βαβυλωνία,bedlam,βαβυλωνία,0
βελόνα,needle,βελόνα,0
πανσέληνος,full moon,πανσέληνος,0
Μύκονος,Myconos,Μύκονος,0
αλάτι,salt,αλάτι,0
μαύρισμα,blackening,μαύρισμα,0
πανωλεθρία,rout,πανωλεθρία,0
χαρμάνι,(tobacco) blend,χαρμάνι,0
μπάντα,band,μπάντα,0
γόνος,offspring,γόνος,0
πρόποση,toast [drink],πρόποση,0
μπατζάκι,trouser leg,μπατζάκι,0
φυσική,physics,φυσική,0
απόφανση,verdict [opinion],απόφανση,0
εξάρτηση,dependence,εξάρτηση,0
βούλωμα,block,βούλωμα,0
οδός,"road, street; ",οδός,0
κήρυκας,crier,κήρυκας,0
παρθενία,virginity,παρθενία,0
απόπειρα,attempt,απόπειρα,0
κάμπος,plain flat region,κάμπος,0
ορχιδέα,orchid,ορχιδέα,0
προβατίνα,ewe,προβατίνα,0
κορίτσι,girl,κορίτσι,0
αχνάρι,footprint,αχνάρι,0
σκαθάρι,beetle,σκαθάρι,0
διαμαρτυρόμενος,protester,διαμαρτυρόμενος,0
υπόστεγο,shelter,υπόστεγο,0
παραθυρόφυλλο,shutter,παραθυρόφυλλο,0
γοητεία,fascination,γοητεία,0
λεωφορείο,bus,λεωφορείο,0
παραλήρημα,delirium,παραλήρημα,0
περούκα,wig,περούκα,0
Βερμούδες,Bermuda,Βερμούδες,0
μελάνι,ink,μελάνι,0
εξάτμιση,evaporation,εξάτμιση,0
γρίφος,puzzle,γρίφος,0
είσπραξη,collection; ,είσπραξη,0
βαγόνι,carriage,βαγόνι,0
μαντζουράνα,marjoram,μαντζουράνα,0
βότανο,herb,βότανο,0
ρουτίνα,routine,ρουτίνα,0
ναρκωτικό,narcotic; ,ναρκωτικό,0
αφαλός,navel,αφαλός,0
χλαίνη,greatcoat,χλαίνη,0
σακουλάκι,sachet,σακουλάκι,0
λεφτά,money,λεφτά,0
δομή,structure,δομή,0
τύφλωση,blindness,τύφλωση,0
ποσοστό,percentage,ποσοστό,0
εμπάθεια,empathy,εμπάθεια,0
σχοινοβάτης,ropewalker,σχοινοβάτης,0
ύαινα,hyena,ύαινα,0
Έρως,Cupid,Έρως,0
πεντάρα,five-lepta coin,πεντάρα,0
συνήγορος,counsel; ,συνήγορος,0
σκάφη,washtub,σκάφη,0
χλιδή,opulence,χλιδή,0
γυρίνος,tadpole,γυρίνος,0
λάθος,mistake,λάθος,0
θρίλερ,thriller,θρίλερ,0
καλή,sweetheart,καλή,0
πρήξιμο,swelling,πρήξιμο,0
μινουέτο,minuet,μινουέτο,0
αναστάτωση,flurry,αναστάτωση,0
κλιμακτήριος,change of life [menopause],κλιμακτήριος,0
αυτοπειθαρχία,self discipline,αυτοπειθαρχία,0
προθεσμία,deadline,προθεσμία,0
χαρταετός,kite,χαρταετός,0
ατού,trump,ατού,0
Σουηδός,Swede,Σουηδός,0
κλείσιμο,closure,κλείσιμο,0
φλάντζα,gasket,φλάντζα,0
γυροσκόπιο,gyroscope,γυροσκόπιο,0
απεργός,striker,απεργός,0
συνέδριο,convention,συνέδριο,0
κλαδί,branch,κλαδί,0
βλάβη,damage,βλάβη,0
Ισραήλ,Israel,Ισραήλ,0
δωδεκαδάκτυλος,duodenum,δωδεκαδάκτυλος,0
εκσκαφέας,digger,εκσκαφέας,0
φαρσέρ,prankster,φαρσέρ,0
πτυχίο,degree,πτυχίο,0
οικία,residence,οικία,0
στρατός,army,στρατός,0
Σεπτέμβριος,September,Σεπτέμβριος,0
ενέχυρο,pawn,ενέχυρο,0
κελεπούρι,windfall,κελεπούρι,0
πεπόνι,melon,πεπόνι,0
ιεραπόστολος,missionary,ιεραπόστολος,0
αβγολέμονο,egg and lemon sauce,αβγολέμονο,0
αρετή,virtue,αρετή,0
μίζα,starter,μίζα,0
κατοχή,possession,κατοχή,0
ψιθύρισμα,whispering,ψιθύρισμα,0
ιδιότητα,capacity; ,ιδιότητα,0
σπαρτό,crop,σπαρτό,0
κοράλλι,coral,κοράλλι,0
επάνοδος,return,επάνοδος,0
ιατροδικαστική,forensic medicine,ιατροδικαστική,0
κοινοτοπία,"banality, platitude",κοινοτοπία,0
μανδύας,cloak,μανδύας,0
μαιευτήριο,maternity hospital,μαιευτήριο,0
αεροζόλ,aerosol,αεροζόλ,0
δασεία,rough breathing,δασεία,0
πλαστογραφία,forgery,πλαστογραφία,0
μετάφραση,translation,μετάφραση,0
ρώμη,robustness,ρώμη_2,0
όμηρος,hostage,όμηρος,0
πράμα,stuff; ,πράμα,0
σβούρα,spinning top,σβούρα,0
υποθήκη,mortgage,υποθήκη,0
κατηγορία1,accusation,κατηγορία1,0
ζεστασιά,warmth,ζεστασιά,0
μπριζόλα,chop,μπριζόλα,0
ημερονύχτιο,a night and a day,ημερονύχτιο,0
προάσπιση,defence,προάσπιση,0
τάξος,yew,τάξος,0
επίκριση,censure,επίκριση,0
αχλάδι,pear,αχλάδι,0
διάδημα,diadem,διάδημα,0
λεμβοδρομία,(boat) race,λεμβοδρομία,0
δεοντολογία,ethics,δεοντολογία,0
ράλι,rally,ράλι,0
φιλοδώρημα,gratuity,φιλοδώρημα,0
τασάκι,ashtray,τασάκι,0
πολλαπλασιασμός,proliferation,πολλαπλασιασμός,0
μυρμήγκι,ant,μυρμήγκι,0
επικόλληση,pasting on,επικόλληση,0
εκτέλεση,performance,εκτέλεση,0
μαεστρία,mastery,μαεστρία,0
ενεχυροδανειστήριο,pawnshop,ενεχυροδανειστήριο,0
κώδικας,code,κώδικας,0
μπογιατζής,painter [decorator],μπογιατζής,0
εξευτελισμός,degradation,εξευτελισμός,0
δεξιόχειρας,right-handed person,δεξιόχειρας,0
λόττο,lotto,λόττο,0
μήλη,probe,μήλη,0
προϊόν,product,προϊόν,0
υπόμνημα,memorandum,υπόμνημα,0
βυζάντιο,Byzantium,βυζάντιο,0
μυστικό,secret,μυστικό,0
Άδης,Hades,Άδης,0
μπαμπάς,"daddy, dad",μπαμπάς,0
οξύνοια,acumen,οξύνοια,0
υπότιτλος,subtitle,υπότιτλος,0
σαμπάνια,champagne,σαμπάνια,0
ανακοινωθέν,communiqué,ανακοινωθέν,0
περίπτωση,case,περίπτωση,0
οικογενειάρχης,family man,οικογενειάρχης,0
σπορ,sport,σπορ,0
χαλί,carpet,χαλί,0
έλασμα,plate,έλασμα,0
ορόσημο,milestone,ορόσημο,0
αναψυχή,recreation,αναψυχή,0
κοτσίδα,pigtail,κοτσίδα,0
διαβάτης,passer-by,διαβάτης,0
δυσχέρεια,difficulty,δυσχέρεια,0
προξενητής,matchmaker in marriage,προξενητής,0
κοίτασμα,deposit,κοίτασμα,0
μικρόκοσμος,microcosm,μικρόκοσμος,0
Βουλή,Parliament,Βουλή,0
τόκος,interest (on loan),τόκος,0
αντίσταση,resistance,αντίσταση,0
συγκομιδή,harvest crop,συγκομιδή,0
αντιτορπιλικό,destroyer,αντιτορπιλικό,0
λειτούργημα,office [function],λειτούργημα,0
αυτοσυντήρηση,self-preservation,αυτοσυντήρηση,0
τηλεπικοινωνία,telecommunication,τηλεπικοινωνία,0
ιδεώδες,ideal,ιδεώδες,0
Τάμεσης,Thames,Τάμεσης,0
στρατόπεδο,camp,στρατόπεδο,0
ικανοποίηση,satisfaction,ικανοποίηση,0
εγκαρτέρηση,resignation,εγκαρτέρηση,0
μυριάδα,myriad,μυριάδα,0
πλύση,wash,πλύση,0
παροικία,community,παροικία,0
χρησιμότητα,usefulness,χρησιμότητα,0
ελληνισμός,"the Greek people, Hellenism",ελληνισμός,0
επάρκεια,adequacy,επάρκεια,0
διανομή,distribution,διανομή,0
κομπάρσος,extra,κομπάρσος,0
ακεφιά,low spirits,ακεφιά,0
ξενοδόχος,hotelier,ξενοδόχος,0
μνημονικό,memory,μνημονικό,0
σύμβουλος,"adviser, consultant",σύμβουλος,0
σταυροφορία,crusade,σταυροφορία,0
τροπή,turn of illness,τροπή,0
τερματικό,(computer) terminal,τερματικό,0
ασπασμός,kiss,ασπασμός,0
Λονδίνο,London,Λονδίνο,0
πεθερός,father-in-law,πεθερός,0
γραφειοκράτης,bureaucrat,γραφειοκράτης,0
προσταγή,command,προσταγή,0
ασπίδα,shield,ασπίδα,0
χιονόπτωση,snowfall,χιονόπτωση,0
διαδικασία,process,διαδικασία,0
μπακάλης,grocer,μπακάλης,0
μαρκήσιος,marquis,μαρκήσιος,0
στέλεχος,stem,στέλεχος,0
ζαρντινιέρα,window-box,ζαρντινιέρα,0
φρουρά,garrison,φρουρά,0
αερόστατο,hot-air balloon,αερόστατο,0
λεσβία,lesbian,λεσβία,0
νομάρχης,prefect [official],νομάρχης,0
Γιουγκοσλαβία,Yugoslavia,Γιουγκοσλαβία,0
διάλεξη,lecture,διάλεξη,0
τύπος,type,τύπος,0
ναυτιλία,shipping,ναυτιλία,0
πίτα,pie,πίτα,0
αγριόμηλο,crab apple,αγριόμηλο,0
αφρόλουτρο,bubble bath,αφρόλουτρο,0
ραδιόφωνο,radio,ραδιόφωνο,0
σημείο,mark,σημείο,0
αρραβώνα,wedding ring,αρραβώνα,0
αχαριστία,ingratitude,αχαριστία,0
πλήρωμα,crew,πλήρωμα,0
διοξείδιο,dioxide,διοξείδιο,0
εχεμύθεια,discretion,εχεμύθεια,0
προνόμιο,privilege,προνόμιο,0
προμηθευτής,supplier,προμηθευτής,0
γραικός,Greek,γραικός,0
ρουφήχτρα,whirlpool,ρουφήχτρα,0
ρίξιμο,throw,ρίξιμο,0
ψώρα,scabies,ψώρα,0
προσκόλληση,adhesion,προσκόλληση,0
σούπα,soup,σούπα,0
αποικία,colony,αποικία,0
μυλωνάς,miller,μυλωνάς,0
μονοπάτι,path,μονοπάτι,0
σύνταξη,pension,σύνταξη,0
ενσάρκωση,embodiment,ενσάρκωση,0
μπουκέτο,bunch of flowers,μπουκέτο,0
μέτρηση,measurement,μέτρηση,0
μέρος,part,μέρος,0
χερούλι,(door) handle,χερούλι,0
σκιάχτρο,scarecrow,σκιάχτρο,0
άρδευση,irrigation,άρδευση,0
δρόμος,"road, street",δρόμος,0
βιβλιοθηκάριος,librarian,βιβλιοθηκάριος,0
Σαρακοστή,Lent,Σαρακοστή,0
απαγόρευση,prohibition,απαγόρευση,0
ανοησία,foolishness,ανοησία,0
βεράντα,veranda,βεράντα,0
διαβολάκι,imp,διαβολάκι,0
οσφυαλγία,lumbago,οσφυαλγία,0
ειλικρίνεια,sincerity,ειλικρίνεια,0
πουλερικά,poultry,πουλερικά,0
βδέλλα,leech,βδέλλα,0
χωματερή,rubbish tip,χωματερή,0
πηλήκιο,cap,πηλήκιο,0
ρόμπα,dressing gown,ρόμπα,0
προορισμός,destination,προορισμός,0
κλαγγή,clang,κλαγγή,0
σουρεαλισμός,surrealism,σουρεαλισμός,0
φορτηγό,lorry,φορτηγό,0
μικρόβιο,"bug, germ",μικρόβιο,0
διορισμός,appointment [job],διορισμός,0
τετράδυμα,quadruplets,τετράδυμα,0
πισίνα,swimming-pool,πισίνα,0
κρεβατοκάμαρα,bedroom,κρεβατοκάμαρα,0
δασοφύλακας,ranger,δασοφύλακας,0
δημοσίευση,"publication [in newspaper, magazine]",δημοσίευση,0
κρυολόγημα,chill,κρυολόγημα,0
ασπιρίνη,aspirin,ασπιρίνη,0
κάρδαμο,cress,κάρδαμο,0
λαμπρότητα,brilliance,λαμπρότητα,0
γεωλογία,geology,γεωλογία,0
φτέρωμα,plumage,φτέρωμα,0
τσάρος,czar,τσάρος,0
βομβητής,buzzer,βομβητής,0
σατράπης,tyrant,σατράπης,0
Σλάβος,Slav,Σλάβος,0
μπαμπούλας,bogy,μπαμπούλας,0
εγκοπή,groove,εγκοπή,0
τέλη,dues,τέλη,0
χορός,dance,χορός,0
ατέλεια,imperfection,ατέλεια,0
εξουσιοδότηση,authorization,εξουσιοδότηση,0
σμήναρχος,group captain,σμήναρχος,0
πρόβα,rehearsal,πρόβα,0
χάσιμο,loss,χάσιμο,0
σωλήνας,"pipe, tube",σωλήνας,0
φουσκονεριά,incoming tide,φουσκονεριά,0
καζάνι,cauldron,καζάνι,0
υδραντλία,water pump,υδραντλία,0
άλωση,"capture, fall",άλωση,0
ουσία,essence,ουσία,0
εντολή,"order, command",εντολή,0
δεσμίδα,bundle,δεσμίδα,0
ανταποκριτής,reporter,ανταποκριτής,0
πλακόστρωτο,patio,πλακόστρωτο,0
ορειβασία,mountaineering,ορειβασία,0
συμβολαιογράφος,notary,συμβολαιογράφος,0
δρομολόγιο,itinerary,δρομολόγιο,0
ισοζύγιο,balance,ισοζύγιο,0
φίδι,snake,φίδι,0
ωμοπλάτη,shoulder blade,ωμοπλάτη,0
ευρωβουλευτής,MEP,ευρωβουλευτής,0
λέων,lion,λέων,0
Ρουμάνος,Romanian,Ρουμάνος,0
ναός,temple,ναός,0
μεσοφόρι,petticoat,μεσοφόρι,0
συμφόρηση,congestion,συμφόρηση,0
κάρβουνο,coal,κάρβουνο,0
κλακέτες,tap-dance,κλακέτες,0
τέφρα,ashes of dead,τέφρα,0
αξιωματούχος,dignitary,αξιωματούχος,0
χάση,wane [moon],χάση,0
Νορβηγία,Norway,Νορβηγία,0
θυμίαμα,incense,θυμίαμα,0
ψαλίδι,scissors,ψαλίδι,0
μάγκας,tough and streetwise youth,μάγκας,0
φράχτης,fence,φράχτης,0
μεταφορά,"haulage, carriage",μεταφορά,0
λούνα-παρκ,funfair,λούνα-παρκ,0
κωφάλαλος,deaf-mute,κωφάλαλος,0
διαμάχη,strife,διαμάχη,0
άτλαντας,atlas,άτλαντας,0
κόρα,crust,κόρα,0
λάμψη,glow,λάμψη,0
δέον,what is necessary,δέον,0
τηλεγράφημα,telegram,τηλεγράφημα,0
τραπεζίτης,banker,τραπεζίτης_1,0
παζάρι,bazaar,παζάρι,0
εκτροφή,breeding,εκτροφή,0
αίθουσα,room,αίθουσα,0
τέλεξ,telex,τέλεξ,0
εφαπτομένη,tangent,εφαπτομένη,0
ξυλοφόρτωμα,thrashing,ξυλοφόρτωμα,0
καταλογισμός,imputation,καταλογισμός,0
φροντίδα,care,φροντίδα,0
σταγόνα,drop,σταγόνα,0
χάλυβας,steel,χάλυβας,0
σαράβαλο,wreck,σαράβαλο,0
επινόηση,contrivance,επινόηση,0
γάτος,tom-cat,γάτος,0
προσπέκτους,prospectus,προσπέκτους,0
όχθη,(river) bank,όχθη,0
εξάντληση,exhaustion,εξάντληση,0
καρδάρα,(milk) churn,καρδάρα,0
κόστος,cost,κόστος,0
θερμός,"vacuum flask, Thermos (P)",θερμός_2,0
δροσιά,dew,δροσιά,0
μαγειρείο,cookhouse,μαγειρείο,0
προϋπόθεση,assumption,προϋπόθεση,0
βαρέλι,barrel,βαρέλι,0
ηγούμενος,prior,ηγούμενος,0
θερμοσίφωνας,immersion heater,θερμοσίφωνας,0
στοιχείο,element,στοιχείο,0
βεστιάριο,cloakroom,βεστιάριο,0
ελονοσία,malaria,ελονοσία,0
τρέιλερ,trailer,τρέιλερ,0
έκσταση,"ecstasy, rapture",έκσταση,0
τίναγμα,twitch,τίναγμα,0
αιμοδιάγραμμα,blood count,αιμοδιάγραμμα,0
γάζα,gauze,γάζα,0
ήπαρ,liver,ήπαρ,0
αποστολή,dispatch,αποστολή,0
εκδίωξη,expulsion,εκδίωξη,0
ξυλουργική,carpentry,ξυλουργική,0
καταπάτηση,encroachment,καταπάτηση,0
κροκόδειλος,crocodile,κροκόδειλος,0
αντιστροφή,reversal,αντιστροφή,0
σύνολο,whole,σύνολο,0
γροθιά,fist,γροθιά,0
προβολή,projection,προβολή,0
υποδεκανέας,lance corporal,υποδεκανέας,0
γουλιά,"mouthful, sip",γουλιά,0
βαζελίνη,vaseline,βαζελίνη,0
χλιμίντρισμα,neigh,χλιμίντρισμα,0
υπευθυνότητα,responsibility,υπευθυνότητα,0
ανεκτικότητα,tolerance,ανεκτικότητα,0
διαγωνισμός,competition,διαγωνισμός,0
παράσταση,performance,παράσταση,0
τέσσερα,four,τέσσερα,0
άρση,lifting,άρση,0
επίταξη,requisition,επίταξη,0
ρόζος,knob,ρόζος,0
κατάπληξη,"astonishment, amazement",κατάπληξη,0
φινίρισμα,finish,φινίρισμα,0
πεθερικά,in-laws,πεθερικά,0
φροντιστήριο,tutorial,φροντιστήριο,0
μαριχουάνα,marijuana,μαριχουάνα,0
ερέθισμα,stimulus,ερέθισμα,0
ψύξη,freezing,ψύξη,0
ανατίμηση,revaluation,ανατίμηση,0
τελετάρχης,marshal,τελετάρχης,0
ημιώροφος,mezzanine,ημιώροφος,0
ξυλάνθρακας,charcoal,ξυλάνθρακας,0
ντουί,(light) socket,ντουί,0
Πολωνός,Pole,Πολωνός,0
φλαμίγκο,flamingo,φλαμίγκο,0
αερόθερμο,fan heater,αερόθερμο,0
παράδεισος,heaven,παράδεισος,0
άθλημα,sport,άθλημα,0
πάπλωμα,"quilt, duvet",πάπλωμα,0
διαίσθηση,intuition,διαίσθηση,0
κλοτσιά,kick,κλοτσιά,0
λεβεντιά,gallantry,λεβεντιά,0
μαστός,breast,μαστός,0
τσίκνα,smell of burning food,τσίκνα,0
ηδονή,(intense) pleasure,ηδονή,0
συγκίνηση,emotion,συγκίνηση,0
εγκυμοσύνη,pregnancy,εγκυμοσύνη,0
κουτσουλιές,droppings,κουτσουλιές,0
ανεμοπορία,hang-gliding,ανεμοπορία,0
περονόσπορος,mildew,περονόσπορος,0
ζιζάνιο,weed,ζιζάνιο,0
ποινή,penalty; ,ποινή,0
παροξυσμός,paroxysm,παροξυσμός,0
τροχοπέδη,brake,τροχοπέδη,0
βενζίνη,petrol; ,βενζίνη,0
στενό,(mountain) pass,στενό,0
μίξερ,mixer,μίξερ,0
σμαράγδι,emerald,σμαράγδι,0
χοροδιδασκαλείο,dancing school,χοροδιδασκαλείο,0
έμπορος,"trader, merchant",έμπορος,0
ιδεαλισμός,idealism,ιδεαλισμός,0
ζυγός2,yoke,ζυγός2,0
χειροτέχνημα,handiwork,χειροτέχνημα,0
αυταπάρνηση,self-denial,αυταπάρνηση,0
κρεβατάκι,cot,κρεβατάκι,0
αναδιοργάνωση,reorganization,αναδιοργάνωση,0
αυτοψία,postmortem (examination),αυτοψία,0
λεμονάδα,lemonade,λεμονάδα,0
υάρδα,yard (= 0.9144 metre),υάρδα,0
ατζαμής,beginner,ατζαμής,0
τρίκλισμα,stagger,τρίκλισμα,0
κτηματολόγιο,land registry,κτηματολόγιο,0
ατλάζι,satin,ατλάζι,0
όγκος,volume,όγκος,0
ευλογιά,smallpox,ευλογιά,0
